Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

9.22

9.22
Κοίταξα την ώρα, και στο είπα πως κάποτε θα γράψω κάτι για αυτή τη στιγμή. Τα κύματα, ή μήπως τα γλυκά μικρο-κύματα ήταν εκεί να μας παρακολουθούν. Να τους μιλάω. Ήσουν τόσους μήνες τόσο κοντά μου και δεν σε γνώρισα ποτέ. Και τώρα που σε γνώρισα μπορεί να μην σε ξαναδώ. Ή ίσως και όχι. Ίσως σε δω τυχαία στο λεωφορείο κάποιο πρωινό, ή στο Πανεπιστήμιο. Μπορεί απλά να κοιταχτούμε και να πούμε ένα "Γειά". Μπορεί και όχι.

Με βρίσκω ακατάλληλη για να είμαι μαζί σου. Με βρίσκω λυπημένη, βαρετή ελληνίδα στο  βαρετό της σπίτι με τη βαρετά της όνειρα. Ποια όνειρα;
Έχω μείνει μόνη. Μόνη όπως και θα συνεχίσω να είμαι. Χωρίς εσένα και χωρίς κανένα καλοκαιρινό έρωτα. Σιχαίνομαι τους καλοκαιρινούς έρωτες. Τον ήχο της κιθάρας και τα σπαστά ελληνικά. Σιχαίνομαι.
Ίσως είναι αντίδραση. Ίσως κούραση. Και μη νομίζεις, είμαι αρκετά κουρασμένη.

Χόρεψα μαζί σου χωρίς βροχή. 
Χόρεψα για ένα μοναδικό λεπτό. Σε φίλησα.
Μάλλον ήταν όνειρο που πέρασε.
9.22
Σαν να σε ήξερα απο πάντα- σαν να μην σε γνώρισα ποτέ. Στο είπα και τότε. Κάπου σε ξέρω. 
9.22
Αντίο.


Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Ενωμένα εμβρυακά χεράκια.. ..

Εμείς οι δύο μπορούμε να συνεννοηθούμε μόνο μόλις βραδιάσει. Όχι. Εμείς οι δυο μπορούμε να συνεννοηθούμε και την ημέρα, και απο πάντα και απο όταν ήσουν στην κοιλιά της μάνας σου και απο όταν κολυμπούσες και εσύ και εγώ στο αμνιακό υγρό και απο τότε που ήμασταν και οι δυο άγραφα χαρτιά πριν καν έρθουμε σε επαφή με την κοινωνική μάθηση. Θα μου έλεγες, αν ήσουν εδώ, πως τότε -χωρις κοινωνική μάθηση- δεν θα μπορούσαμε καν να μιλήσουμε. Όμως όχι. Εγω πιστεύω πως θα ενώναμε τα εμβρυακά μας χεράκια και θα σε έβλεπα πάλι να χαμογελάς όταν κρυφοάνοιγα τα μάτια για να δω τις εκφράσεις του προσώπου σου.
Χτες κοιμήθηκα με την ανάμνηση ενός κουταβιού που κάποτε κυνηγούσαμε στη Μαβίλη και έξω απ' το σπίτι μου. Και σου έλεγα να το πάρεις σπίτι σου και εσύ αρνήθηκες. Ποιός ξέρει που θα είναι αυτό το κουτάβι τώρα,θα έχει γίνει ολόκληρος σκύλος. Θα είναι κάπου στην Ευρώπη αν δεν κάνω λάθος. Όπως κι εσύ.
Δεν ξέρω τι θα ήθελα να σου πώ. Δεν ξέρω τι θα ήθελα να σου γράψω. Αν ήσουν απέναντί μου τώρα θα έρχονταν όλα αυθόρμητα. Θα διαφωνούσαμε για ώρα. Θα αναλύαμε όλα τα ψυχοκοινωνικά μοντέλα και μετά θα πέφταμε σε σιγή. Θα με κοιτούσες και θα σε κοιτούσα. Και ίσως μου ζητούσες να με φιλήσεις. Γλυκός. Και  θα με κοιτούσες πάλι και θα κλείναμε τα μάτια ίσως για να ακούσουμε τα κύματα. Ίσως λίγη αμηχανία. Μα δεν είχαμε χρόνο για να σπάσει όμορφα αυτή η αμηχανία.

Εσύ μακριά με τον Foucault  και τους συντρόφους σου και εγώ εδώ παρέα με τον Freud. Ο λόγος που ο Foucault δε βρίσκεται τώρα στα χέρια μου είναι γιατί βρίσκεται στα δικά σου.
Μακάρι και τώρα να μπορούσα να βάλω όλο τον αυθορμητισμό μου μπροστά και να σου έλεγα απλά όλα αυτά που νιώθω και σκέφτομαι. Μα δε μπορώ. Γιατι;
Γιατί πήγε γρήγορα. Γιατί έφυγες γρήγορα και για πολλούς άλλους λόγους που ούτε καν φαντάζομαι.

Όλη την ημέρα τα σκέφτομαι αυτά. Όλη την ημέρα και όλη νύχτα.
Και τα όνειρα. Τα παλιά και τα καινούρια. Και όλες οι ερμηνίες του Freud για τα όνειρα στις αναρίθμητες σελίδες. Στις σελίδες που θα με συντροφεύσουν αυτό το καλοκαίρι.
Ένα καλοκαίρι- ένα φθινόπωρο- ένας χειμώνας που θα μας χωρίζουν θάλασσες, οροσειρές, πεδιάδες και καταπράσινα- ίσως και χιονισμένα έπειτα- λιβάδια.
Μακάρι να μπορέσω να σου τα πώ όλα αυτά ίσως το επόμενο καλοκαίρι, εκεί, γύρω απο το κάστρο, στο παγκάκι μας κοιτώντας την απέραντη θάλασσα της Κρήτης.
Καλό Καλοκαίρι κουτάβι!

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Μεταμφιεσμένο ανθρωπάκι

Στο υπνοδωμάτιο μιας ψυχολόγου που ποτέ δε γνώρισα. Μιας ψυχολόγου που η ζωή της ήταν γεμάτη γή και θάλασσα. Μιας τυχερής. Και εγώ εδώ μέσα με τις σημειώσεις μου να κοιτώ τα αναποδογυρισμένα ελεφαντάκια που δεν είναι γκανεσάκια.
Σήμερα το απόγευμα θυμήθηκα πως ήσουν εσύ. Σε χάζευα καθώς δούλευες. Το ίδιο πρόσωπο με εκείνο του περασμένου Σεπτέμβρη στον κήπο. Τώρα, στον πραγματικό κόσμο όμως και όχι στο παραμύθι. Χαμογέλασα για λίγο. Είσαι ένα ανθρωπάκι που μεταμφιέζεται. Τυχερή και εγώ που σε βλέπω πλέον με τα τζινάκια σου και τα ωραία σου μπλουζάκια με τα γιακαδάκια. Αλλάζεις μορφές και εγώ είμαι ακόμα εκεί να σε κοιτώ απο μακριά. Τυχερή που εκείνα τα μελί θλιμμένα μάτια που ερωτεύτηκα τον περασμένο Σεπτέμβρη θα κοιμηθούν δίπλα μου απόψε το βράδυ. Μετά απο ένα χρόνο.
Είμαστε πάλι μαζί-εσύ με το πορτοκαλί σου σαλβαράκι να τριγυρνάς στο σπίτι.
Και εγώ πάλι δακρύζω κάθε φορά που κάνουμε έρωτα. Και τρέχω να κρυφτώ να μη με δείς και φοβηθείς.
Ο πιο μαγικός άνθρωπος που ποτέ συνάντησα.

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Γη VS Θάλασσα

Τέλος ενός καλοκαιριού που ποτέ δεν κατάλαβες πως τελείωσε. Αρχές μιας εξεταστικής που στην πραγματικότητα τελείωσε μόλις ξεκίνησε. Ένα μαυρισμένο κορμί. Ο Ψαραντώνης να σιγοτραγουδά. Η οικογένειά σου δίπλα και το μέλλον παραδίπλα. Φορτισμένη ενέργεια. Ζητά να ξεχειλίσει απο τον Κήπο μα δε μπορεί. Και μένει όλη εκεί να κάνει την καρδιά σου να τρεμοπαίζει.
Μια σερβιτόρα που δακρύζει, ένα κόκκινο παιδικό δαχτυλίδι πεταμένο στο τραπέζι και ένα αυτοσχέδιο κερί. Το δικό μας κερί. Και έπειτα;

Ένα φυλλαράκι με χρυσόσκονη. Δυο τεβάκια που ερωτεύτηκες απο την πρώτη στιγμή. Δυο μεγάλα μάτια που πρασίνισαν απο τον ήλιο του νότου. Έτσι μου είχες πει.
Μια πέτρα που ήρθε να με βρει αυτή αφού δεν πήγα εγώ. Και με βρήκε.
Όπως βρήκα και εγώ εσένα ένα βράδυ του Σεπτέμβρη.
Και η αιώρα στην Καλών Τεχνών; Και η ρακή της μαμάς Χαράς;
Όλα είναι εκεί ακόμα. Κι ας μου λες να μη ζω με αναμνήσεις. Είναι το τότε και το τώρα μου.
Είσαι εσύ με την ίδια μυρωδιά. Τα ίδια πανέμορφα θλιμμένα μάτια και τις ίδιες ρυτίδες έκφρασης.
Αλλιώτικος και ίδιος μαζί.

Και οι εξομολογήσεις ξημερώματα κάτω απο το κάστρο; Με τον φόβο των μπάτσων και τις πόρτες του αυτοκινήτου να ανοιγοκλείνουν. Και εμείς να κοιτάμε τη θάλασσα. Μια θάλασσα που μου έλεγε να έρθω να σε βρώ. Και την άκουσα. Μια θάλασσα που μάλλον δεν ήθελε να έρθω να σε βρώ. Μια θάλασσα που ίσως ένα βράδυ με ονειρεύτηκε στο όμορφο χωριό της. Ήρθα και σε βρήκα. Και σε ξαναβρήκα. Και η θάλασσα με εκδικείται τώρα. Μια θάλασσα που γελάει τόσο γλυκά.

Είσαι στη δουλειά και εγώ δυο τετράγωνα μακριά. Μου το χες πει. Χρόνο έχουμε αλλά μας χωρίζει μια θάλασσα. Ίσως το καλοκαίρι είναι μπροστά μας. Να διασχίσουμε το Αιγαίο και να κατηφορίσουμε μαζί. Ίσως και όχι.

Σε ονειρεύτηκα σήμερα το πρωί. Και ξύπνησα και ήσουν δίπλα μου. Το ίδιο όμορφος. 
Η θάλασσα με συντροφεύει όσο λείπεις. Με συντροφεύει διστακτικά.
Μια θάλασσα που κοιτούσα στα μάτια καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης. Γλυκιά θάλασσα με το πιο γλυκό της γέλιο. 
Κάποιος μένει-κάποιος φεύγει. Κάποιος τολμά και κάποιος χάνει. 
Η θάλασσα είναι εκεί γλυκιά και παντοδύναμη. 
Αλλά η γη θα με κρατάει πάντα πάνω της.
Με τα ίδια θλιμμένα μάτια.