Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Θέλω πίσω τη ζωή μου...


21 Οκτωβρίου


Θέλω πίσω τη ζωή μου. Θέλω πίσω τις φίλες μου. Θέλω πίσω το μπικρούλι με τα φουντωτά μαλλιά του. Θέλω πίσω τα ξανθωπά μου μαλλιά. Θέλω πίσω τις βραδιές μουσικής στην πλατεία.
Θέλω πίσω εμένα, που με βλέπω να αλλάζω μέρα με τη μέρα περισσότερο.
Και είμαι ξαπλωμένη στο καινούριο μου κρεβάτι. Και χαζεύω το απέναντι ακατοίκητο σπίτι. Με τους πορτοκαλί τοίχους, τα -πάντα κλειστά- πατζούρια και το κρεμασμένο κίτρινο φαναράκι. Και δίπλα του, ίσως μια βουκαμβίλια.
Και λίγος ουρανός. 
Που τώρα αργά-αργά σκοτεινιάζει.
Και ένας αριθμός.
 Δίπλα μου. 
Χθες.
 Ένας αριθμός που κάποτε τάιζα πατατάκια. Ένας αριθμός που τώρα τάιζα πιλάφι με κόκορα. Σε ένα σκοτεινό ρακάδικο. Και φώναζα στην Α. να δει.

Και μια συγγνώμη που αιωρείται.

Και πολλά υπονοούμενα που εννοούνται. 
Και δεν θα ειπωθούν.
Γιατί ο αριθμός πάει. Ένα βράδυ του Ιουνίου σε μια κατάληψη.
Δεν μετράω πια πόσους ανθρώπους έχω χάσει.
Δε μετράω.
Σήμερα δε νιώθω πολλά πράγματα. Σήμερα δε νιώθω και δε μιλάω πολύ.
Και ο αριθμός εκεί. Χωρίς μπύρα αυτή τη φορά. Με ένα ποτηράκι ρακί. Και ο αριθμός εκεί. 72, 75, 76, 78;
Και εγώ να κάνω βόλτα στα σοκάκια της παλιάς πόλης τραγουδώντας Παυλίδη. Τέσσερις η ώρα το πρωί.
Πάνω σε ένα γνωστό ποδήλατο.
Το οποίο μόλις είχα δεί παρκαρισμένο -τότε- στο καγκελάκι είχα ξεροκαταπιεί. Και είχα μόλις αρχίσει να συνειδητοποιώ τι κάνω. Και να με μισώ.

Τα φώτα στο ρακάδικο έκλεισαν.
Και μεις μέσα να ψάχνουμε έναν καπνό. Με κλειστά όλα τα φώτα για να μη μας δεί η γειτονιά. Και φέρει την αστυνομία. Και εγώ να συνειδητοποιώ πως κάτι δεν πάει καλά...
Και άγνωστοι άνθρωποι με γνωστές φωνές και γνωστά ονόματα να μου τραβούν την προσοχή.
Και εγώ να κοιτώ με νόημα τον αριθμό.
Και ο αριθμός εμένα.
Και μετά να τρέχουμε μαζί στις πλατείες. Μαζί και με ένα σκυλί. Και με κιθάρες. Και με το “άλλο μισό της Δ.” που βρέθηκε τυχαία στο δρόμο μας.
Και εγώ πιομένη.
Φορώντας στο λαιμό ένα γνωστό μενταγιόν. Ξύλινο. Σκαλιστό.
Και το ντροπαλό- ήσυχο γέλιο του αριθμού εκεί....

Και όλα είναι πάλι εδώ...


16 Οκτωβρίου


Το μπιγκάκι δεν πέθανε. Ο μπικ-ρ-ούλης δεν πέθανε. Ο άνθρωπος που σου κράταγε το χέρι ένα γλυκό καλοκαιρινό βράδυ στην πλατεία τραγουδώντας τον Πεχλιβάνη υπάρχει. Κοντά σου.
Εδώ.
Και τα βιολιά είναι εδώ.
Και οι κιθάρες που παίζουν δειλά πέπερς κάνοντας αρκετά λάθη.
«Θα θέλει και αυτός να σε δεί»
Όλοι έχουν προβλήματα με τις σχέσεις τους. Πόσο μάλλον όταν η σχέση τους είναι ΤΕΙτζής.

Μου λείπεις.

Σκέφτομαι να πάρω ταξί και να έρθω πάλι σπίτι σου. Απρόσκλητη. Με ένα κρουασάν double και μια motion. Aλλά φοβάμαι.
Γιατι τώρα δεν σου είμαι τίποτα.
Φοβάμαι.
Εσένα.
Και εμένα.
Και περιμένω να ανοίξεις το κινητό σου. Και να δεις τις κλήσεις μου. Και να ακούσω πάλι τη φωνή σου. Σε λίγο θα σκοτεινιάσει.
Νιώθω πως δεν μου έχει απομείνει καθόλου δύναμη. Καθόλου ενέργεια. Καθόλου θέληση και πίστη. Πως απλά περπατάω. Πως απλά υπάρχω.
Πως η αγάπη δεν υπάρχει για μένα. Πως ό,τι και αν προσπαθήσω τώρα θα πάει στράφι.
Απογοήτευση. Από το γένος άνθρωπος.
Ήρθες στο όνειρο μου απόψε. Σε πλησίαζα. Και μόλις έφτασα κοντά σου έτρεξες μακριά μου. Και έφυγες.
Έφυγες.
Ακούω τη βροχή. Και έβαλα το σκυλί μέσα για να μην βραχεί. Και την απλώστρα μέσα.
Θέλω να σε δώ. Απόψε. Και να σου μιλήσω. Και να σε αγκαλιάσω. Να κοιμηθούμε αγκαλιά. Και πάλι να μου λες ασυναρτησίες στον ύπνο σου. Για τον μπάμπα και όλα τα άλλα. Θέλω να ξαναξαπλώσω στον μαύρο σου καναπέ που βλέπαμε ταινίες και ποτέ δεν πρόσεχα.
Θέλω να ξαναμπώ στο ταξί και να πω πως πάω στο Βεργίνα στα Περιβόλια. Και να χαμογελάσω πικρά. Και καθώς φτάνω να χτυπήσει δυνατά η καρδιά μου. Και να βγείς εσύ στην παραλία να με πάρεις γιατι δεν ξέρω ποιο ακριβώς είναι το σπίτι. Και να έχεις τα μαλλιά σου πιασμένα με κορδέλα. Αραγε τώρα θα έχουν μακρύνει κι άλλο τα μαλλιά σου; Και θα έχεις κι άλλες φυσικές τζιβούλες;
Θέλω να σε δώ….

Συνεχή ερεθίσματα


9 Οκτωβρίου

Και έβαλα πάλι να ακούσω Moriginal. Και θα έδινα τα πάντα για να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Τότε που δεχόμουν συνεχή ερεθίσματα. Και ένα βράδυ, -ένα γαμημένο βράδυ- βρέθηκα σε ένα μέρος που ο πιο όμορφος άντρας δεν ήταν ο Κλιντ, όλως περιέργως, αλλά εσύ. Και δεν το πίστευα. Απλά. Δεν το πίστευα. Δεν πίστευα την τύχη. Και με ζάλιζε η μουσική. Με ζάλιζε και η ανάγκη μου να κάνω την επανάστασή μου απέναντι στο χοντρό. Και κινούμουν ήπια.
-Χρωστάω στο λόου μπαπ μα δεν έχω λεφτά.-
Και ο αριθμός μου μιλούσε –ακόμα και αν ήξερα ήδη τις βασικές πληροφορίες που μου έλεγε.
Και χτυπιόταν και λίγο.
Μα γιατί να μην μπορώ να γυρίσω τον χρόνο πίσω;
Να δέχομαι πάλι συνεχή ερεθίσματα από τη νέα μου ζωή. Να γνωρίζω τη ζωή.
Σκατά…

Ζητείται αγάπη


9 Οκτωβρίου

-Θύμισε μου να μην ξανακούσω Μεθυσμένα Ξωτικά. Θύμισέ μου να διαγράψω εντελώς τα σχολικά εκείνα χρόνια μου που ξερνώντας πάθος και θυμό τραγουδούσα με την Κ. στην παραλία τον «Δρόμο».
Γιατί χθες είδα ένα κακό όνειρο. Πως ήμουν στο σπίτι της Χ. με την Χ να μου κρατάει το χέρι αγωνιώντας για το αν η αδελφή της είναι καλά. Και να την ψάχνουμε και να μην την βρίσκουμε. Και να πεταγόμαστε από τον ύπνο μας κάθε φορά που ακούμε βήματα στο διάδρομο. Και η αδελφή της ξαφνικά να έρχεται. Με κάποια άγνωστη. Κάποια από την Ρόζα. Που έτρεχε μες στο σπίτι σαν τρελή. Και η ανακοίνωση έγινε. Πως ακολουθούσαν κι άλλοι. Ο Γιάννης. (έγινε και Γιάννης) Ο Γιάννης από τα Μεθυσμένα Ξωτικά.
Γαμώ την κοινωνία μου. Η κοινωνία που κάθε μέρα με απογοητεύει όλο και περισσότερο. Η κοινωνία που με κάνει να νιώθω καθημερινά περισσότερο μόνη και περισσότερο ονειροπόλα.
 Δεν είμαι εγώ η χίπισσα της υπόθεσης. 
Και ας φοράω πολύχρωμα ρούχα-αντίσκηνα(όπως κορόιδευες). 
Και δεν ήταν όνειρο. Δυστυχώς δεν ήταν όνειρο. Γαμιέται το σύμπαν ολόκληρο. Γαμιέται και η Ρόζα Νέρα. Αλλά θα μου πεις τι μου φταίει και αυτή; Ποιόν να κατηγορήσω; Την κοινωνία μου. Που μεγαλώνει έτσι τα παιδιά της.

 «Γκόμενες που αυθαίρετα αποφασίζετε πως απόψε είναι το δικό σας βράδυ.. Όχι, δεν είναι και ΠΟΤΕ δε θα είναι…»

Ίσως όμως να είμαι και εγώ η προβληματικιά. Η συντηρητική γκόμενα παρά τις τζίβες που κουβαλάει στο κεφάλι της. Ίσως είμαι εγώ η ψεύτικη. Που επειδή έχω τζίβες και δεν ανοίγω οπουδήποτε-αμέσως τα πόδια δεν τηρώ τα χίπικα στερεότυπα τους. Μέχρι και εκεί χωράνε τα στερεότυπα.
 Βρώμα.
Και εγώ να ψάχνω στο πλήθος για τις λιγοστές εναπομείνασες αξίες. 
Και ο αριθμός να είναι πάλι εκεί. 
Και πέσαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Και μόνο τότε μιλήσαμε. Και πάλι τα τυπικά. Και μου έκανε χαριτωμένα παραπονάκια πως σήμερα δεν του μιλούσα καθόλου. Και του ζήτησα συγγνώμη. 
Για σήμερα και γενικά. 
Και έκανε πως δεν καταλαβαίνει. Αλλά εγώ πιστεύω πως κατάλαβε πολύ καλά. Γιατί ξέρει όπως και εγώ. Και πάλι σήμερα το πρωί βρίσκομαι να βλαστημάω τη ζωή μου, την τύχη μου και τις λάθος επιλογές μου. Που ένας άνθρωπος δείχνει σωστός σε αυτή την γαμημένη πόλη. Και είναι ο άνθρωπος με το κρεμασμένο απαγορευτικό.
Και έχω και σένα να μου λες πως νιώθεις σαν να έβαλες χέρι στη μικρή σου αδερφή. Εσένα προσπαθώ απλά να σε ξεχάσω. Για όσο καιρό νομίζεις. Ακόμα και αν είναι δύσκολο.
Ζητείται αγάπη…

Και ο αριθμός...


30 Σεπτεμβρίου

Σε λίγες μέρες. Ίσως χτες, σήμερα, αύριο, σε μια βδομάδα… Δε θέλω να το ζήσω. Δε θέλω να σε αντικρίσω. Ακόμα και αν αυτή τη στιγμή θα ήθελα να κοιμάμαι ήρεμη στην αγκαλιά σου. Και συ να λες ασυναρτησίες στον ύπνο σου. Πως κάποιος ξέχασε το κινητό του στο ΤΕΙ. Και πως σε δέκα χρόνια θα έχουμε γεράσει. Καλό μου δε θέλω να φοβάσαι πως σε δέκα χρόνια θα έχεις γεράσει. Θέλω να ζεις.

Συγγνώμη.

Ο αριθμός εκεί.
Ο αριθμός σε αγαπάει.
Ο αριθμός είναι μόνος.
Ο αριθμός σε σέβεται.
Και εμένα με σιχαίνεται προφανώς. Και έχει και δίκιο. Γιατί ήμουν απαράδεκτη και αδίστακτη. Και ξετσίπωτη ψυχολόγος. Και μάλλον έκανες λάθος εκείνο το βράδυ στην κατάληψη που μου είπες πως θα γίνω η καλύτερη ψυχολόγος. Δεν ξέρω καν αν θα καταφέρω να γίνω ψυχολόγος. Όλα τα όνειρά μου γκρεμίζονται. Σιγά σιγά. Και αύριο θα πάω στο πάρτυ του ΤΕΙ. Και δε θέλω να σε δω εκεί.

Τις προάλλες έψαχνα με την Χ. και την Α. τραπέζι σε μια καφετέρια. Και ήταν εκεί ένα σκυλί. Που με γνώρισε. Και μου γάβγισε. Και ένιωσα πως ήρθες πάλι εσύ τόσο κοντά μου να ακούσω τη φωνή σου, να με αγγίξεις. Σε θυμάμαι στο κεδρόδασος να της φωνάζεις «Χαζό σκυλί». Και ίσως όντως τα σκυλιά είχαν χάσει τα κλειδιά.

Ο αριθμός μου μίλησε άσχημα.
Ο αριθμός μου θύμισε πως στη ζωή έχουμε και ένα ήθος, μια αξιοπρέπεια που στο κάτω κάτω πρέπει να διαφυλάξουμε. Μου θύμισε πόσο λάθος έκανα. Και στεναχωρήθηκα πολύ εκείνο το βράδυ. Με γείωσε εντελώς.
Και είμαι στο καινούριο σπίτι που δεν έχεις δει. Στο καινούριο σπίτι που ο αριθμός δεν θα μπεί. Ο αριθμός….
Που πέρσι τέτοια εποχή ήταν ένας άγνωστος στους δρόμους της πόλης. Και έκανε βόλτες με έναν άγνωστο φίλο του. Ένας αριμός.

Κάθε βράδυ ακούω το γέλιο του Χουάν. Κάθε βράδυ κάνω όνειρα τα οποία έρχεται να γκρεμίσει η μέρα. Θέλω να τελειώσει η εξεταστική. Θέλω να τελειώσω με το σπίτι. Θέλω να μπώ πάλι στους ρυθμούς μου.

Μα η επιλογή έγινε..


21 Σεπτεμβρίου

Μάλλον δεν ελπίζω τίποτα. Δεν ελπίζω πάντως σίγουρα στον έρωτα. Το κουβέντιαζα και πριν λίγες μέρες με τον Χ. Το βράδυ μόλις γύρισε σπίτι από τη δουλειά. Είναι το τελευταίο πράγμα που πιστεύω πως μπορεί να έρθει τώρα στη ζωή μου. Και άρχισα να κλαίω ήσυχα. Και ο Χ. Το κατάλαβε και με άφησε μόνη με την πρόφαση πως πάει να κάνει μπάνιο. Και εγώ έκλαιγα ήσυχα καθώς σκεφτόμουν πως σε αυτό ακριβώς το μέρος, πριν λίγους μήνες έδειχνα ευτυχισμένη μαζί σου. Ήμουν;
Τις στιγμές μας…

Το περασμένο Σάββατο βγήκαμε για ρακόμελα. Μεγάλη παρέα. Και οι φίλοι σου στο ίδιο τραπέζι. Να μου μιλούν για σένα. Και εγώ απλά να χαμογελώ. Να μιλούν για σένα με νόημα, με πονηρά βλέμματα χωρίς να αναφέρουν το όνομά σου. Ευτυχώς που δεν ανέφεραν το όνομά σου.
Ο αριθμός όμως ήταν πάλι εκεί.
Ο αριθμός, αποστασιοποιημένος όπως πάντα, ήταν εκεί.
Να με κοιτάει που και που. Και να χαμογελάει γλυκά. Και να μου λέει το όνομά σου. Και να συνειδητοποιώ την κατάσταση. Και να ξεροκαταπίνω.
Και έστριψα ένα τσιγάρο απο τον καπνό του. Όπως τότε. Ένα μεσημέρι του Ιουνίου. Και μετά έχασα κάθε όρεξη. Κάθε ζωντάνια. Για μια απουσία που ήταν προβλέψιμη. Για μια επιλογή που εγώ έκανα μια νύχτα του Ιουνίου σε μια κατάληψη. Και ξέρω πως με κοιτούσες καθώς μιλούσα στον αριθμό. Και δεν θυμάμαι και εγώ τι ασυναρτησίες μπορεί να του έλεγα. Για το φώς και το ότι έχουμε διαλέξει να ζούμε με το φως του ήλιου. Αν έλεγε ναι ίσως ήταν αυτός στη θέση σου. Και το ξέρει. Και ίσως αυτό το φθινόπωρο δεν το περνούσα εδώ ολομόναχη.
Μα η επιλογή έγινε μια νύχτα του Ιουνίου σε μια κατάληψη. Και αυτό τώρα δεν αλλάζει. Και το μαγαζί κλείνει. Οι μουσικοί μαζεύουν τα όργανα και κάθονται στο διπλανό τραπέζι να πιούν κρασί με την παρέα τους. Τελείωσε το γλέντι. Και ο αριθμός να τρώει τυρόπιτα απέναντί μου. Και να κοιτά με εκείνα τα μικρά φλογερά μελί μάτια.
Ξεκίνησαν τα πρωτοβρόχια. Ίσως και εκεί που βρίσκεσαι εσύ, στη μακρινή Θεσσαλονίκη ήρθαν απόψε τα πρωτοβρόχια. Και σε βρήκαν με τους φίλους σου σε ένα βρωμερό υπόγειο γεμάτο καπνό. Όπως μου έλεγες. Ή σε ένα χιπστεράδικο καφέ. Ή σε κάποιο κλάμπ με μια όμορφη κοπέλα. Και πολλά σημάδια στο λαιμό.
Το Σάββατο έχει πάρτι η κατάληψη του ΤΕΙ. Κατάληψη του ΤΕΙ…
Ίσως είναι το πρώτο πάρτι που δεν θα σε βρω εκεί. Και εσύ κάνεις τη ζωή σου χιλιόμετρα μακριά απο εδώ. Και εγώ τρέχω να μαζέψω τα κομμάτια μου. Που πήρες μαζί σου. Τα μαθήματα που άφησα για να ξυπνάω πλάι σου το πρωί. Επιλογή μου ήταν κι αυτό. Το ξέρω…

Με έδιωξαν...


18 Σεπτεμβρίου

Αργήσαμε. Κλείνει το μαγαζί. Αποφάσισε επιτέλους τι θα κάνεις. Θα μείνεις; Θα φύγεις;
Άργησες να αποφασίσεις. Και το μαγαζί έκλεισε. Τα όργανα τελείωσαν. Οι μουσικοί κάθισαν στο διπλανό τραπέζι και ήπιαν ένα κρασάκι με την παρέα τους, που είχε μείνει τελευταία στο μαγαζί. Και ο αριθμός εκεί. Απέναντί μου. Ο αριθμός να κοιτάει γλυκά και ντροπαλά. Και μόλις τα βλέμματα μας διασταυρώνονται να χαμογελά. Και τότε να χαμηλώνει το βλέμμα.
Και η επιλογή; Λάθος..
Και η επιλογή; Σωστή..
Και εσύ;
 Ήσουν.
....
 Πείναγα αλλά δεν την έφαγα την κρέπα. Και ας ήσουν απέναντι μου, κι ας πάλευα ένα χρόνο να σε γνωρίσω με κάποιο τρόπο. Και ας τα κατάφερα, έτσι όπως τα κατάφερα. Και ας αναρωτιόμουν στις πορείες ποιος ακριβώς είναι ο αριθμός. 
Ανέφερες κάτι για το σλίπιν-μπαγκ σου χτες πάνω στη συζήτηση. Συγγνώμη. Εγώ στη θέση σου θα με μισούσα. Θα με μισούσα εκείνο το βράδυ του Ιουνίου στην κατάληψη μόλις με αντίκριζα. Καθισμένη σε εκείνο το παρτέρι. Θα με σιχαινόμουν. Λάθος επιλογές. Επιπόλαιες κινήσεις μιας Πέμπτης βράδυ σε μια κατάληψη. Που με έφεραν κοντά σου και με έδιωξαν ταυτόχρονα.
Με έδιωξαν

Την αγάπη του...


2 Σεπτεμβρίου

H πόρτα έκλεισε και βρέθηκα να κρατάω στο ένα μου χέρι το κινητό και στο άλλο μια εικονίτσα του Αϊ-Γιώργη. Μου την έδωσε ο Χ. φεύγοντας. Για να παλεύω. Για να νικάω. Πάλευα ήδη. Με τον εαυτό μου. Με τη λογική. Με το συναίσθημα. Με το χαρτάκι που είναι κολλημένο στον πίνακα ανακοινώσεων του Χ. Να μην προδώσω τον εαυτό μου. Πάλευα για να καταπιώ τον κάθε λυγμό που ανέβαινε στον λαιμό μου. Αθόρυβα. Πάλευα για να ξανακερδίσω μια αυτοεκτίμηση που άφησα να χαθεί άδικα.
Έκλαψα πολύ και μου έφυγε το βάρος. Και τώρα νιώθω αρκετά ανάλαφρη ώστε να κοιμηθώ και να αφήσω τη γλυκιά μου νεράιδα να έρθει στον ύπνο μου και να μου χαϊδέψει τα μαλλιά ανάβοντάς μου άλλο λίγο τη φλόγα για το όνειρο.
Θέλω να κοιμηθώ πλάι στην εικονίτσα του Αϊ-Γιώργη. Όχι γιατί πιστεύω. Γιατί ο Χ. λείπει απ’ το σπίτι και δε μπορώ να νιώσω την αγάπη του και την προστασία του. Μου άφησε τον Αϊ-Γιώργη όμως. Μου άφησε τη δύναμη του.

Πόρτες ανοίγουν- Πόρτες κλείνουν


31 Αυγούστου

Πόρτες ανοίγουν και πόρτες κλείνουν. Ή μάλλον πόρτες κλείνουν. Και άγνωστο αν και πότε θα ανοίξουν οι καινούριες. Τα χέρια μου μυρίζουν τσιγαρίλα. Και το πλυντήριο τελείωσε. Γρήγορα. Άπλωσα τα ρούχα. Ο μετανάστης που μένει από κάτω και πάντα, τα βράδια, αφήνει ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού του είχε βγει έξω να μιλήσει στο τηλέφωνο. Και με κοίταξε καθώς άπλωνα τα ρούχα και μίλαγα
στο τηλέφωνο με την Χ. για τα τελευταία κουτσομπολιά. Προσπαθώντας να αγνοήσω εσένα. Να ξεχάσω εσένα. Μα είναι στα αλήθεια αστείο. Τόσες μέρες σε είχα αφήσει πίσω και τώρα, τώρα που όλα τελείωσαν, μπήκες ξανά στη σκέψη μου για να με ταλαιπωρήσεις. Μα δε φταις εσύ. Εγώ φταίω. Εγώ είμαι η σκέψη μου.
Απόψε θα πάω στο πάρτυ. Ψάχνοντας τι; Μακάρι να πήγαινα στο πάρτυ χωρίς να έχω στο μυαλό μου πως ψάχνω κάτι. Μα έτσι συνήθισα ένα χρόνο τώρα να ψάχνω. Κομμάτια για να μου καλύψουν την ευτυχία. Να μου γεμίσουν τη ζωή.

Το απόγευμα σκαλίζοντας τα παλιά αρχεία του pc έπεσα πάνω σε κάποιες παλιές συνομιλίες. Μιλώντας για τα ψυχεδελικά μάτια. Τον περασμένο Νοέμβρη. Ενθουσιασμένη που μια Τετάρτη βράδυ πέρασα τυχαία από το Μουσείο. Απόψε θα είμαι πάλι στο μέρος που είπαμε αντίο. Στο μέρος που σε βρήκα με ένα μπουκάλι βενζίνη στο χέρι. Και σιχάθηκα. Εσένα. Μα πιο πολύ εμένα. Λυπήθηκα τα δάκρια μου που σπατάλησα για έναν άνθρωπο που η μεγαλύτερη αξία του είναι ένα μπουκάλι με βενζίνη και μια δήθεν μαστούρα. Αλλά και πάλι προσπάθησα να σε καταλάβω.
Δε φωνάζω πια, δεν κλαίω, δεν χτυπάει γρήγορα η καρδιά μου. Δεν ξέρω γιατί. Δεν ελπίζω πως είναι κοντά μια αγάπη που θα με ανεβάσει στα σύννεφα. Δεν ξέρω καν αν μπορώ να ερωτευτώ στο κοντινό μέλλον. Αν μπορώ να εμπιστευτώ οποιονδήποτε. Ίσως απλά χρειάζομαι χρόνο.  

Ζώντας με το φως του απορροφητήρα..


30 Αυγούστου

Έχω βάλει στο pc ένα άκυρο φόντο. Όμορφοι άνθρωποι. Που με φοβίζουν. Με φοβίζουν οι άνθρωποι. Και πηγαίνουν σε πάρτυ και χορεύουν σαν τρελοί με τα παγωμένα ψυχεδελικά τους μάτια. Και δείχνουν ευτυχισμένοι και δυνατοί. Και από μέσα τι; Από μέσα δύσκολα τα πράγματα. Νιώθω πως οι άνθρωποι δε μπορούν να με αντέξουν. Πως κάτι έχω, κάτι τους βγάζω και δε μπορούν να με αντέξουν πάνω από κάποια συγκεκριμένη ώρα. Και το φοβάμαι αυτό. Νιώθω πως οι άνθρωποι θέλουν να με πλησιάσουν. Και όταν αυτό συμβεί, όταν τους αφήσω να με πλησιάσουν, αυτοί με κοιτούν για λίγο και έπειτα φεύγουν. Και πάλι μόνη.
Μόνη. Στα σκαλάκια του Μουσείου. Περιμένοντας. Και ψάχνοντας. Έναν αριθμό. Έναν αριθμό που κάποτε άφησα στην τύχη του για χάρη μιας λάθους επιλογής. Ψάχνοντας. Δυο ψυχεδελικά μάτια που έχουν επιτηδευμένα κουμπώσει στραβά τα κουμπιά του πουκαμίσου τους. Δυο μάτια που κάποτε ήταν το πρώτο πράγμα που έβλεπα μόλις ξυπνούσα.
Ψάχνοντας απελπισμένα μια ευτυχία. Παλεύοντας για μια ευτυχία που μου αξίζει.
Είμαι μόνη σε ένα σπίτι. Με μια καμένη λάμπα του σαλονιού. Ζώ με το φως του απορροφητήρα. Και περιμένω. Η ώρα να περάσει και να πάει δύο. Και με βοηθάει πολύ που δε μένω μόνη. Και αυτές τις μέρες δε φοβάμαι. Δεν είμαι μόνη, για αυτό. Αυτές τις μέρες δεν πεινάω, δεν έχω ανακατεμένο σπίτι, δεν ψάχνω εναγωνίως την ευτυχία. Αυτές τις μέρες δεν αφήνω τίποτα να με αγγίξει και να με πονέσει. Δε νιώθω. Είμαι κάπως μαγκωμένη.
Δε θέλω να σε δώ. Δε θέλω να ξαναμιλήσουμε. Θέλω έτσι όπως έφυγες, αθόρυβα, να φύγεις και για πάντα από τη ζωή μου. Να μην πούμε αντίο. Απλά να πεθάνει έτσι.
Γιατί όλα είναι αλλιώς. Εγώ. Όλα.
Σαν να έχω χάσει κάθε ελπίδα. Κάθε ελπίδα για την ευτυχία.
Και έρχονται και νέα μάτια. Το ίδιο ζωηρά. Το ίδιο ψυχεδελικά. Και κοιτούν από μακριά μια νέα ζωή, ένα βράδυ σε μια πλατεία. Μα δε με φοβίζουν. Έμαθα πια και από τα ψυχεδελικά μάτια.
Θέλω να αλλάξω. Εμένα.
Ίσως με όλα τα γεγονότα των τελευταίων ημερών έχω ξεχάσει λίγο την ύπαρξή σου. Με τις μετακομίσεις, τους τσακωμούς, τις ψυχαναλυτικές συζητήσεις. Μόνο σήμερα, πηγαίνοντας να φάμε στην παλιά πόλη με την Δ. ξαπόστασα έξω από το μαγαζί, κοίταξα το τραπέζι που ένα μεσημέρι του Ιουνίου καθόμουν και ψιθύρισα «Εδώ ήμασταν με τον Μπίκ..» Προφανώς και δε με άκουσε κανείς. Αλλά, ήταν σαν να γυρνούσα τον χρόνο. Είχατε γυρίσει από τις καταδύσεις. Και εγώ ήμουν ήδη εκεί με την Χ. στο έξω τραπεζάκι.
Δε θέλω να θυμάμαι ότι υπάρχεις.