Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Πολύχρωμα ψάρια σε γυάλα...

"Σαν τότε που μας τρόμαζε το ήσυχο φεγγάρι
σαν τότε που ματώναμε μαζί
Μόνοι σε έναν άγνωστο νεκρό πλανήτη
ερωτευμένοι σχιζοφρενείς"
Η φωνή του Αγγελάκα απο το ηχείο του λάπτοπ σου όσο εγώ τρώω την απαίσια ομελέτα με φλούδα πατάτας. Και απαίσια τοματίνια. Που νόμιζες πως είναι κανονικές ντομάτες και απογοητεύτηκες μόλις άνοιξες την κονσέρβα. Και μου έλεγες πόσο μαλάκας είσαι. Και πως στην κατάψυξη έχεις ψόφια ποντίκια. Άρρωστο σπίτι. Βίωνα εκατό τοις εκατό την αρρώστια εκείνο το μεσημέρι και γούσταρα. Ίσως όσο ποτέ άλλοτε. Άρρωστο σπίτι. Όλα ξένα και πρωτόγνωρα. Εσύ. Τα χρώματα. Σκοτεινά. Και φωσφοριζέ. Το σπίτι. Τα φίδια. Τα linux στο pc σου. Η μουσική. Τα ρούχα σου. Κι ας φόραγα και γω τα ίδια.
Έμπαινε φως απο τη μπαλκονόπορτα. Αλλά το φως ήταν άρρωστο. Κι αυτό άρρωστο. Όπως το φώς του ήλιου που μπαίνει απο τη μπαλκονόπορτα ενός γηροκομείου. Μα είσαι μόνο δεκαενιά χρονών. Και η λεκάνη για τον εμμετό ήταν δίπλα στο κρεβάτι σου. Που απο πάνω κρεμόταν ένα χαρτόνι κούτας με πορτοκαλί μπογιά. Που φωσφόριζε απο το μπλακλάιτ. Και μου είπες πως αυτή η λεκάνη είναι πάντα χρήσιμη. Φοβήθηκα. Δεν ήθελα να πάθεις κάτι κακό. Τώρα που σε βρήκα. Όπως μου είχες πει και εσύ. "Τώρα που σε βρήκα...."
Κοιμήθηκα για ένα λεπτό στο κρεβάτι σου εκείνο το μεσημέρι. Kαι μόλις ξύπνησα και άνοιξα τα μάτια σε είδα σκυμμένο δίπλα μου με ένα πιάτο στο χέρι. Την ομελέτα σου. Και λίγο ξερό ψωμί. Νύσταζα τόσο. Και πείναγα το ίδιο. Γιατι το προηγούμενο βράδυ εκεί που έκανα βόλτα στην παλιά πόλη έτυχε να περάσω απο το Μουσείο. Και να είναι και ο Γ. εκεί. Και να μου ζητήσει χαρτάκια.
 Προχθές καθόμουν πάλι στο ίδιο σημείο στο Μουσείο. Έλεγα στον Β. πόσο όμορφες στιγμές έχω περασει σε αυτό το μέρος. Και θυμήθηκα εσένα. Τον καπνό σου πεταμένο στα σκαλάκια. Εμένα στη αγκαλιά σου. Περαστικούς. Τον Γ. να μιλάει στο τηλέφωνο συνεχώς. Να μας βγάζει φωτογραφίες. Εσένα να λές ιστορίες για φανταστικές διακοπές. Και παραισθήσεις. Με νεράιδες, ξωτικά και αλλόκοτους χορούς. Και τον κόσμο να μας κοιτάει. Σαν να είμαστε σε γυάλα. Πολύχρωμα ψάρια σε γυάλα. Απο άλλο κόσμο. Εκθέματα του μουσείου. Και μείς απο μια άλλη εποχή. 
  
Και εκείνη τη στιγμή σε είδα να έρχεσαι. Πέρασες απο μπροστά μου. Χαμογέλασες και είπες "Γειά". Και μόλις χάθηκες απο το οπτικό μου πεδίο άρχισα να τρέχω προς την παραλία. Και πήγα στο σημείο που εκείνο το πρωί, το πρώτο μας πρωί, είχαμε δεί μαζί το ξημέρωμα. Τραγουδώντας το παπάκι. Και μόλις το πιο μικρό κομμάτι του ήλιου έκανε την εμφανισή του μέσα απο τα συννεφιασμένα βουνά με σκούντηξες και μου είπες "Έσκασε, έσκασε" Και ο Γ. είχε μείνει σπίτι και κοιμόταν. Και έχασε και ένα εργαστήριο. Kαι εμείς δεν είχαμε κοιμηθεί ούτε λεπτό. Και δεν είχαμε φάει τίποτα. Και μόλις ξημέρωσε πήραμε σβάρνα όλους τους φούρνους για να βρούμε ζεστό ψωμί. Με ζάχαρη. Και απέναντι απο τη μπατσοσχολή χωριστήκαμε. Στο φούρνο απέναντι απο τη μπατσοσχολή. Και πήγα στο Πανεπιστήμιο. Και στις εντεκάμιση έφυγα τρέχοντας για να προλάβω το λεωφορείο για Περιβόλια. Και τελικά το λεωφορείο έφτανε μέχρι Καλλιθέα. Και έκανα αγχωμένη τη διαδρομή Καλλιθέα-Περιβόλια με τα πόδια. Για να φτάσω έγκαιρα στη στάση κάτω απ' το ΤΕΙ στις δώδεκα όπως είχαμε κανονίσει. Γιατι δεν είχες κινητό. Και άμα αργούσα θα έφευγες. Αλλά σε βρήκα εκεί.
Με το φως της ημέρας πιο άρρωστο. Πιο τρομακτικό. Είδα για πρώτη φορά τόσο καθαρά αυτά τα άρρωστα ψυχεδελικά μάτια. Και η πρόκληση μεγάλωνε. Και το ένιωθα πως υπήρχες εδώ για μένα και εγώ για σένα. Απο τις βρώμικες γειτονιές της Αθήνας, εδώ, για μένα. Για να ζήσω ό,τι δεν πρόλαβα. Ό,τι δεν κατάφερα.
"Άγγιξε τα άκρα, δοκίμασε τα πάντα, ζήσε τη ζωή σε όλες της τις διαστάσεις, ακόμα και  σε αυτές που τώρα δεν καταλαβαίνεις οτι υπάρχουν. Παίρνοντας lsd ακούς με τα μάτια και βλέπεις με τα αφτιά."
Η ζωή δεν είναι εδώ. Η ζωή είναι στα βρωμερά κοινόβια του Μεταξουργείου. Εκεί είναι η αληθινή ζωή. Που λαχταρούσα να αγγίξω. Να χαϊδέψω. Να αγγίξω απαλά και γλυκά το πρόσωπο όλων αυτών των παιδιών που τα  μάτια τους στάζουν πόνο και μίσος. Για τη ζωή. Για τη γαμωκοινωνία. Πόνος και μίσος. Το ένιωθα και γω. Και ήθελα να το αγγίξω. Να κάνω "μπαμ" και να σκάσω.
Και πίστεψα πως με σένα όλα αυτά θα συμβούν. Και θα είμαι ευτυχισμένη. Αλλά, όπως είπες και συ, και ίσως έχεις και δίκιο "Είμαι πολύ καλή". Πολύ καλή για να μπω σε ένα τέτοιο τριπάκι. Και το πιστεύω πως έκανε "Βζουν" το μυαλό σου. Γιατι δεν είναι καλά το μυαλό σου. 
Γιατι δεν είσαι καλά.
Και τώρα νιώθω πιο δυνατή. Έτοιμη να σε πλησιάσω πάλι, με άλλα μυαλά, με περισσότερες προφυλάξεις. Αλλά εσύ είσαι αυτός που φοβάται. Και σε αφήνω εκέι. Λίγα μέτρα απόσταση.
Μου λέιπεις.

ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Ερωτευμένοι Σχιζοφρενείς

Το ήξερα πως αν έφευγα θα έχανα μια βραδιά που πιθανώς θα είχε άριστες προοπτικές. Και μου το είπες και εσύ πριν φύγω. Πως εγώ χάνω. Το ξέρω πως χανω. Έχασα. Δυο μάτια. Δυο άρρωστα ψυχεδελικά μάτια. Που κάποτε ήταν δικά μου. Ήταν τόσο κοντά στο προσωπό μου και δε χόρταινα να τα χαζεύω. Ήταν εδώ, μες στο σπίτι μου. Στο σπίτι που τώρα εγκαταλείπω. Και πάλι απόψε, ήταν εκεί. Mετά απο καιρό, τα δυο άρρωστα ψυχεδελικά μάτια με το παγωμένο χαμόγελο ήταν εκεί. Και τα βλέμματα μας διασταυρώνονταν. Και μου το είπε και η Δ. Ήσουν εκεί. Με τον Χριστό-παύλα-Άσιμο, που ένα απόγευμα, σε κάποια πορεία, ήταν μπροστά μας. Και μίλαγες μαζί του. Και μου προσέφερε μακαρόνια με ζωμό προβατίνας, πολλούς μήνες μετά, σε μία πλατεία. Και μου κρατούσες το χέρι. Πίσω απο ένα τσούρμο αγνώστων με μαύρο πανό,μου κρατούσες το χέρι. Η Χ. γέλαγε πολύ όταν της είπα πως σε κάποια πορεία ήμασταν χέρι χέρι.
Τα τελευταία βράδια, γυρνώντας σπίτι σε σκεφτόμουν. Τον περασμένο Νοέμβρη. Ανεβαίναμε μαζί την ανηφόρα για το σπίτι μου. Και νωρίτερα, στο Μουσείο, έλεγες στον Γ. "Θα σε πουλήσω απόψε." 
Καθόσουν πολύ κοντά μου σήμερα στην πλατεία. Και ήμουν για λίγο δίπλα στη Σ. Τη ρωτούσα για το σπίτι. Και με κοιτούσες. Και θυμήθηκα πως την ημέρα που μου την γνώρισες ήμασταν μαζί. Το θυμάμαι σαν χτές. Είχες μείνει σπίτι μου. Και το απόγευμα έφυγες για λίγο. Και είχαμε δώσει ραντεβού στο Μουσείο στις πέντε. Και ευτυχώς που δεν είχες ρολόι μαζί γιατί είχα αργήσει τουλάχιστον μισή ώρα. Και με περίμενες εκεί με το ωραίο σου ροζ ριγέ παντελόνι και το ρόζ πουκάμισο. Που μου είπες πως ήταν μπορντώ και έχει ξεβάψει. Με περίμενες με το μπλοκάκι σου στο χέρι. Και ζωγράφιζες. Και μόλις ήρθα, κάθησα για λίγο μαζί σου. Και πήγαμε στο κάστρο μετά. Και χαζεύαμε την απέραντη θάλασσα. Και με κρατούσες σφιχτά στην αγκαλιά σου. Και μετά κάναμε βόλτα στην παλιά πόλη. Και μας είδε μια γριούλα και τους δύο ντυμένους στα πολύχρωμα και τρόμαξε. Και έκανε απότομα στην άκρη. Και εμεις γελάσαμε. Και  συνεχίσαμε τη βόλτα μας στα σοκάκια. Και εκεί βρήκαμε και τη Σ. Απέναντι απο το Θόλο. Μου την γνώρισες και μου είπες πως την πρωτοσυνάντησες στη Σαμοθράκη στις διακοπές σου. Και πως κατα τύχη την ξαναβρήκες εδώ. Και μας κάλεσε στο πάρτυ στο στέκι, την επόμενη μέρα. Και χάρηκες και μου είπες να πάμε. Η Σ. μας γνώρισε μαζί. Μας κάλεσε μαζί. Και απόψε μίλαγα μαζί της και ήσουν πολύ κοντά. Και στο μυαλό μου ζωντάνεψε πάλι εκείνη η σκηνή. Σχεδόν ένα χρόνο πρίν. Και μου ζήτησε τον αριθμό μου. Και είχαμε ανταλλάξει και τότε αριθμούς. Και απόψε με ρώτησε αν έχω κινητό. Ίσως επειδή εσύ δεν είχες. Και το θυμάται. Γιατι τότε της είχαμε δώσει τον δικό μου για να μας βρεί.
Και πήγαμε στο πάρτυ του στεκιού. Μαζί. Και έψηνες σουβλάκια με τον Γ. Και γω καθόμουν λίγο πιο δίπλα. Και σε κοιτούσα. Και κάθε τόσο γυρνούσες και σύ και με κοιτούσες, και χαμογελούσες μισοκλείνοντας τα μάτια. Και όταν απομακρυνόμουν με έψαχνες με το βλέμμα. Και ερχόσουν κοντά μου και με αγκάλιαζες, και μου έλεγες "Που είναι το κορίτσι  μου εμένα;" Και μου έφερνες κρασί και με κορόιδευες για τον χοντρό. Και πήγαμε βόλτα στο φωτισμένο πανεπιστήμιο. Και με κοιτούσες στα μάτια για ώρα και μου έλεγες πως είμαι πολύ όμορφη και πως δεν το πιστεύεις αυτό που συμβαίνει. Και μου είπες πως ήθελες να μείνουμε μαζί το βράδυ. Και μετά δεν ήσουν καλά. Και κοιμήθηκες, εκέι. Κάτω. Στο στέκι. Και γυρίσαμε απο το Πανεπιστήμιο με τα πόδια σπίτι μου.
Ήσουν άλλος άνθρωπος τότε. Άλλος. Μιλούσες. Γελούσες. Μου το είπε και ο Γ. αργότερα. Πως δεν σε είχε ξαναδεί τόσο ευτυχισμένο.
Και γω ήμουν άλλη. Ευτυχισμένη. Πιο ευτυχισμένη απο ποτέ. Και στο δρόμο σε κοιτούσα και σε λάτρευα. Πίστευα πως είσαι ο πιο όμορφος άνθρωπος στη γη. Σε κοιτούσα ενώ κοιμόσουν. 
Και απο τη στιγμή που γύρισα σκέφτομαι συνέχεια το περσινό φθινόπωρο.
Εσένα στη ζωή μου.
Πάλι...

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Επιστροφή και καταστροφή...

Θα γυρίσω. Και δε θα σε βρω εκεί. Και η ζωή μου θα είναι αλλιώς. Θα μετακομίσω. Θα ψάξω για ένα όμορφο σπίτι στην παλιά πόλη. Και η Δ. θα είναι εκεί. Και η Χ. θα είναι εκεί. Και ο Ι. να μας μαζεύει σπίτι του για ηχογράφηση. Στο καινούριο του σπίτι που φτάνοντας στο ισόγειο φωνάζω λόου μπάπ. Αυτό το καλό έχει το Ρέθυμνο. Όπου κι αν πας συναντάς γνωστούς. Και χαμογελάς. Επιστρέφω λοιπόν. Και ο Χ. να του μαγειρεύω για να του βγάζω τα εσωψυχά μου. Και να νιώθω πάλι εκείνη τη φλόγα να μεγαλώνει στην ψυχή μου κάθε φορά που τον βλέπω να απομακρύνεται. Φλόγα αγάπης. Ανθρώπινης πραγματικής αγάπης. 
Και ο αριθμός εκεί. Να επιμένει. 72; 75; 76; 78; Ο αριθμός πάλι εκεί. Να με κοιτάει δειλά και να μου χαμογελάει μόλις με δει κατα τύχη στην παλιά πόλη. Χαμένη υπόθεση πια. Χαμένη. Γιατι η κοινωνία είναι κλειστή, γιατι έχεις και μια αξιοπρέπεια και γιατι, πως να το κάνουμε, είσαι καλή κοπέλα εσύ. Ο αριθμός εκεί. Με μια μπύρα στο χέρι. Ο αριθμός να με κοιτάει δειλά ένα ξημέρωμα, με μια μπύρα στο χέρι και να απομακρύνεται. Φοβισμένος. Και η αρρώστια με το ψυχεδελικό χαμόγελο να χορεύει σαν τρελή. Να χορεύει το ξημέρωμα. Και εκεί να είσαι και σύ. Να σπρώχνεις την αρρώστια. Και να γελάς και να χορέυεις. Εσυ και η αρρώστια. Και ο αριθμός κοντά μου. Και η επιλογή; Λαθος. Και η επιλογή; Σωστή.
Και εγώ. Στο πλοίο. Να ξέρω πως μόλις φτάσω στον Πειραιά θα σε δώ εκεί. Θα σε δω εκεί μετά απο τόσο καιρό. Θα με περιμένεις εκεί. Και θα είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή των διακοπών μου. Ειρωνεία. Μα δε ζω για σένα. Και σε πήρα τηλέφωνο. Και θα ήσουν εκεί. Και παρόλα αυτά καθόμουν στο κατάστρωμα. Και προσπαθούσα να αρπάξω τη στιγμή και να την ασφαλίσω στην καρδιά μου. Μαζί θα καταστρέψουμε το σύμπαν. Η συναντησή μας θα φέρει την καταστροφή. Με εσένα. Που πριν λίγες μέρες χόρευα σε ένα πανηγύρι. Και στο τέλος κάθε στίχου φωνάζαμε όλοι μαζι "Οοοοοοοο". Και ήσουν δίπλα μου και γελούσες πολύ δυνατά. Και παρομοίαζες την κατάσταση με μπάχαλα. Και γω ένιωθα πάλι πως βρισκόμουν στο στοιχείο μου. Ένιωθα πως αρκετά είχα σοβαρέψει. Και ήθελα να την κάνουμε εκείνη τη βόλτα που έλεγες. Και μόλις ήρθε ο Μ. με την πορτοκαλί τσάντα, που μόνο πορτοκαλί δεν ήταν τελικά, με κέρασες, όπως μου είχες τάξει την προηγούμενη μέρα. Και ας έφυγα. Και ας πήγα στο μπαράκι με τα παιδιά. Έκοψα ένα χαρτάκι απο το πρώτο φύλο του καινούριου μου βιβλίου. Σου έγραψα. Σου το έδωσα. Σου είπα να το διαβάσεις μόλις φύγω. Και κουβαλάω πάνω μου κάτι απο σένα. Και μακάρι να σε ξαναδώ. Θέλω να σε ξαναδώ. Να αλλάξω ρόλο. Να χορέψουμε το ταγκό που τελικά δεν προλάβαμε να χορέψουμε. Και να χαμογελάμε κοιτώντας ο ένας τα μάτια του άλλου σε ένα κατάμεστο γήπεδο. Σε ένα νησί. Και να καταστρέψουμε το σύμπαν. Και τον εαυτό μας. Και κλεισμένοι σε μια γκαρσονιέρα στο κέντρο της Αθήνας να καταστρέψουμε τον εαυτό μας. Και να γελάμε. Κοιτώντας και ψιλαφίζοντας τα προσωπά μας. Χωρίς λογική. Χωρίς απόσταση.
Χωρίς λόγια...

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

Τρεις σκουριασμένες αλυσίδες

Πάλι εδώ. Να κοιτάω τους τοίχους. Ψάχνωντας νόημα. Νόημα για αυτή τη γαμημένη τη ζωή. Ποιό νόημα; Μια σταθερότητα, ένα όνειρο και μια ελπίδα..; Για το αύριο; Εκείνο το αύριο που ονειρευόμασταν μαζί; Μέχρι το αύριο... Μαζί.. Σπουδαία λέξη το μαζί. 
Ξυπνάω με ένα σφύξιμο στο στομάχι. Γιατι η πάλη για το σήμερα και το αύριο και το μεθαύριο είναι δύσκολη. Η πάλη για να αποδείξεις τι στον εαυτό σου; Απο πότε μπήκα σε αυτό το τριπάκι; Απο εκείνη την ημέρα που πάτησα γερά στη γή και μου μουρμούρησα "Πάμε..."; Ή μήπως απο τότε που ένα ξημέρωμα αποφάσισα να κάνω μόνη μου ωτοστόπ με προορισμό μια έρημη παραλία; Ίσως όντως το συναισθηματικό μου κενό να είναι μεγάλο. Ίσως να μην καλύπτεται με κανένα τρόπο. Ίσως να μη φταίς και σύ.
Και ας τραγουδούσα όσο πιο δυνατά μπορούσα, κι ας φώναζα κι ας ούρλιαζα κι ας ζητούσα όλες τις στιγμές που χάρισα στο λόου μπαπ μου πίσω. Πάθος και θυμός. Όχι για μένα. Για την κοινωνία μου. Αδύναμη είμαι και γώ. Και λίγο κακιά. Ναι, θα είχες δίκιο ακόμα κι αν με έλεγες πολύ κακιά. Μα αναγκάστηκα να γίνω έτσι. Αναγκάστηκα. Να καλύψω κάπως τα κενά μου. Να βρω μπαλώματα. Και φαίνεται στα αλήθεια πως ψάχνω για μπαλώματα. Να ντύσουν την ασχήμια μου. Και το παγωμένο μου χαμόγελο. Το χαμόγελο της αποτυχημένης.
Ο χοντρός πάντα θα τραγουδάει. Ο κόσμος πάντα θα τον ακούει. Οι οπαδοί του πάντα θα χαράζουν ανεξίτηλα σημάδια στο κορμί τους που θα φαίνονται διακριτικά-επίτηδες μόλις σηκώσουν το χέρι για να χειροκροτήσουν μετά απο κάθε τραγούδι. Άφησα πολλές στιγμές μου εκεί. Πολλά χαμόγελα και πολλά όνειρα. Πολλά όνειρα σκότωσα κάτω απ' τη σκηνή.
Και ας προσπαθώ να αποδείξω στον εαυτό μου πως δεν κρέμομαι απο σένα. Πως η ζωή μου κυλάει και μακριά απο σένα. Και κυλάει όμορφα. Με τη μουσική μου. Τη μουσική που κορόιδευες. Τις ακροαριστερές μου απόψεις. Τις απόψεις που ποτέ δεν μπήκες στον κόπο να ακούσεις. Τον αγώνα κατά των ναρκωτικών. Έναν αγώνα που πάντα θεωρούσες ανούσιο. Ίσως δικαιολογημένα το νιώθω. Ίσως δικαιολογημένα θέλω με το που φτάσω στην Κρήτη, να πάρω ένα καράβι, να γυρίσω Αθήνα και να ψάξω για τα δήθεν αδέρφια μου. Που θα με αγκαλιάσουν και θα περπατήσουμε μαζί. Νιώθω πάλι πολύ μόνη. Και σπασμένη. Τώρα πια νιώθω πως σέρνομαι όχι μόνο απο μία αλυσίδα αλλά απο τρείς. Τρείς σκουριασμένες αλυσίδες. Και εγω να πλασάρω σε όλους, μα και στον εαυτο μου, τι; Μια δύναμη. Είμαι δυνατή.
Κι άμα περπατάω σήμερα, κι άμα περπατάω λίγο τρεκλίζοντας, είναι επειδή με σέρνουν τρείς σκουριασμένες αλυσίδες...

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Άγγιγμα αγάπης...

Τα παιδάκια μου. Που αλλάζουν μάτια. Με άλλα γεννιούνται και με άλλα καταλήγουν. Με άλλα, γεμάτα αγάπη...
Και σύ. Που αργά το βράδυ, μία νύχτα, σε ένα μαγαζί με πλησίασες. Και μου συστήθηκες. Και στα αυτιά μου έφταναν σκόρπιες ρίμες.

"Είσαι καλή. Θα παλέψεις να σώσεις πολλά παιδιά. Τα παιδάκια σου. Τα μάτια σου εκπέμπουν ανθρωπιά. Θα τα καταφέρεις. Αγαπάς αυτό που κάνεις. Έχεις γεννηθεί για αυτό."
Και ναι.
ΕΧΩ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΓΙΑ ΑΥΤΟ. Και το κατάλαβα και τότε. Τότε που σε κοίταξα γλυκά στα μάτια με αγάπη, πολλή αγάπη, και σου ζήτησα να με βοηθήσεις να κλέψουμε μια σαγιονάρα. Και συ μου είπες να μην ανησυχώ. Και πως θα την επισκευάσουμε. Μαζί. Και χάρηκα γιατι είδα τη γαλήνη στα μάτια σου. Ακόμα και αν μόνο σε μένα φάνηκε γαλήνη. Και με πήρες απ' το χέρι. Με πήρες απ'το χέρι για να ψάξουμε. "Μια παραμάνα ή ενα συνδετήρα" Και ρωτούσα παντού. Και όλοι με κοίταζαν σαν να είμαι χαζή. Περίμεναν όλοι στην ουρά για να πάρουν κρασί. Και γω έψαχνα μια παραμάνα ή ένα συνδετήρα. Και με κρατούσες απο το χέρι. Και ένιωσα ένα κύμα αγάπης να με κατακλύζει. Η αγάπη σου. Ερχόταν απο το χέρι σου. Η αγάπη. Και μου είπες πως δε συναντάς κάθε μέρα μάτια σαν τα δικά μου. Και συγκινήθηκα. Και ένας κύριος απο το διπλανό τραπέζι μας τράβηξε προς το μέρος του. Μας τράβηξε. Μαζί. Μου κρατούσες το χέρι. Και σε ρώτησε αν τραγουδούσες στο kramahoperrata. Και πως η φωνή σου, έτσι όπως την άκουσε τυχαία, ήταν δυνατή και σκέφτηκε πως ήσουν κάποιος απο κεί. Και εγώ χαμογέλασα. Γιατί κάτι μου έλεγε αυτό το όνομα. Πολλά μου έλεγε.Και είπες πως δυστυχώς δεν ήσουν εσύ. Και χαμογέλασες. Το παιδάκι μου. Προφανώς δεν ήσουν εσύ. Ακόμα και αν τα κορίτσια επέμεναν πως μου την έπεφτες. Ήταν αγάπη. Η μία και μοναδική ανθρώπινη αγάπη. Όλο το υπόλοιπο βράδυ έλαμπαν τα μάτια μου. Απο πάθος και αγάπη. Πίστη. Στη ζωή και στην αγάπη. Και ας σε κράτησα λίγο πιο σφυχτά, και ας πόνεσε το χέρι σου. Δεν το ήθελα. Αλήθεια δεν το ήθελα. Και ας ένιωσα τη ροή στις φλέβες του χεριού σου το επόμενο πρωί. Το αίμα να τρέχει τόσο γρήγορα. Το αίμα σου. Απο τη σωστή πορεία αυτή τη φορά. Το αίμα κυλούσε απο τη σωστή πορεία. Και εγώ ήμουν απέναντί σου. Συνεχώς επιζητούσα να σε αγγίξω. Και συ. Μου κρατούσες το χέρι για να με κουνήσεις στην εώρα. Μου κρατούσες το χέρι και η ψυχή μου άρπαζε φωτιά απο αγάπη. Ο σωστός άνθρωπος τη σωστή στιγμή. Και το αίμα κυλούσε απο τη σωστή πορεία. Ήθελα να σου φωνάξω πως σε αγαπάω. Και σου το φώναξα. Με τα μάτια. Και άκουσες. Με άκουσες και γύρισες. Και μου χαμογέλασες.
Και είπες πως αλήθεια ήταν κρίμα που είχαμε τόσο λίγο χρόνο. Θέλω να έχεις χρόνο Μ. Να έχεις πολύ χρόνο και να γελάς. Με τα γλυκά σου μάτια. Και θα σε ξαναδώ. Και θα σε ξαναγκαλιάσω. Και θα μου ξανακρατήσεις το χέρι με αγάπη ίσως σε κάποιο πανηγύρι...