Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Υπάρχει αγάπη;

 Δεν ξέρω πως αντέχω ακόμα εδώ. Μέσα στο σπίτι. Με τους γονείς που φωνάζουν όλη μέρα. Για λάθος επιλογές, λάθος κινήσεις και λάθος συνέπειες. Λάθος...
 Και δεν βγαίνω έξω. Γιατι δεν έχω όρεξη ούτε καν να βγω έξω. Δεν ξέρω πραγματικά πώς αντέχω χωρίς τη Δ. να μοιραζόμαστε τους πόνους μας και τη Χ. να δίνει κάθε λεπτό χαρά στη ζωή μου. Κοιτάω το ταβάνι. Και περιμένω να περάσουν οι ώρες. Σε 38 περίπου ώρες θα είμαι Αθήνα. Με τα σακίδιά μου, τους υπνόσακούς μου και την παγωμένη μου καρδιά. Αλλά θα είναι καλά εκεί. Θα έχω τουλάχιστον την αγάπη της Δ. και της Χ. Και το πιστεύω πως με αγαπούν. Γιατι το προσπάθησα. Κέρδισα την αγάπη. Και συ προσπάθησα να με αγαπήσεις. Αλλά μάλλον δεν τα κατάφερα.
 Αλλά δε θα σκάσουμε κιόλας. Δε θα σκάσουμε κιόλας ε;
Εδώ δε σκάσαμε για το "ένατο". Εδώ δε σκάσαμε όταν χάσαμε το λόου μπάπ. Και ας φοβόμουν πως ο χρόνος που είχα μαζί σου τελείωνε. Και ας τον έπρηζα τον Ι. να μάθει κι άλλα. Και ας με έπαιρναν όλοι τηλέφωνο να μου πουν πως σε είδαν στη λέσχη, στο ΤΕΙ, στην παραλία, στην πόλη...  Και ας τραγουδούσα στους δρόμους. Έπαιξα λάθος τα χαρτιά μου. Και έχασα. Ναι λοιπόν. Έχασα κύριοι. Με έφαγε η βιασύνη και... έχασα.

 Πάω Ικαρία. Πάω Ικαρία με τις αγάπες μου. Και δεν θέλω να σε δω εκεί. Δε θέλω να σε δω για αρκετό καιρό. Θυμάμαι, τότε που αποφασίσαμε να πάμε Ικαρία, με ρώτησε η Δ. αν πιστεύω πως στις διακοπές θα συναντήσουμε τον έρωτα της ζωης μας. Ήμουν απόλυτη.
"Όχι"
Τι χαζορομαντικά πράγματα ήταν αυτά. Πιστεύεις στην αγάπη; Πιστεύεις ακόμα στην αγάπη; Ποιος άντρας μας αγάπησε Δ.; Ποιός άντρας δεν μας έκανε να νιώσουμε σκουπίδια, τιποτένιες...; Και συ ακόμα μου μιλάς για αγάπη;
Spoilt.
Και συ μια unspoilt πινελιά μέσα στο φανταχτερό τους κόσμο. Σκύλα θα με πείς. Και συ και όλοι. Και δε θα χετε και άδικο. Σκύλα και πουτάνα. Μα γιατί; Εγώ απλά είχα ένα όνειρο. Και το προσπαθούσα αυτό το όνειρο. Με πολλή επιμονή. Και μόνο εσύ το ξέρεις καλά. Και ας μου φωνάζετε όλοι. Ξέρω πως θα σας ακούσω στο τέλος. Ξέρω πως.... ίσως έχετε δίκιο. Δεν είμαι σκύλα. Στα αλήθει όμως, δεν είμαι σκύλα. Και είπαμε πολλά με το βλέμμα.


Και μετά τι;

Οι πρώτοι μήνες της καινούριας μου ζωής. Και γω στην παραλιακή. Να κλαίω. Να κλαίω με λυγμούς για ένα ψυχεδεκικό χαμόγελο. Για δύο άρρωστα κόκκινα μάτια που αγνoούνται εδώ και μέρες. Και γω να κλαίω. Και να είμαι σίγουρη πως δεν κρύβεται κανένας άλλος θυσαυρός εδώ κοντά.

Ήταν όλα αλλιώς τότε. Όλα. Ακόμα και η εκκλησία απέναντι απο το ΤΕΙ ήταν ξένη. Κουβάλαγε τη βρώμα της Αθήνας. Χάζευα για λίγο τα παιδάκια που μόλις σχόλασαν απο το σχολείο κάτω απ το ΤΕΙ. Με φόντο δυο κόκκινα μάτια. Και ένα αρκουδάκι στην αγκαλιά. Και ένα τρομακτικό, μα αλήθεια ήταν το πιο τρομακτικό ψυχεδελικό χαμόγελο που έχω δεί ποτέ. Κατατρομαγμένη ήμουν, αλλά, σαν να το ζω πάλι τωρα, τρομαγμένη και χαρούμενη. Εκεί μπροστά μου να ζωντανεύουν όλα τα ταξίδια.. στη Γαύδο. Ο πόνος. Να βγαίνει εκεί και να ζωντανεύει μπροστά μου. Και να ξερνάει βρώμα και νικοτίνη. Ένα παιδάκι έβλεπα μπροστά μου. Ένα παιδάκι που του κάνανε δώρο ένα κουκλάκι και τώρα χαίρεται. Και χαμογελούσες με κλειστά μάτια έχοντας αγκαλιά το κουκλάκι. Και γω ήμουν σίγουρη πως ή τρελός ήσουν ή μαστουρωμένος.

Και η παραλία άδεια. Και γω στο πεζοδρόμιο. Στη στάση του λεωφορείου να περιμένω κλαίγοντας. Μόνη. Στην ίδια στάση που πρίν λίγες μέρες η αρρώστια με το ψυχεδελικό χαμόγελο με έβαλε στο λεωφορείο, μου έδωσε ένα γλυκό φιλί και μου είπε πως θα με περιμένει. Ένώ προηγουμένως είχα φάει μια σιχαμερή ομελέτα με φλούδα πατάτας και σιχαμερά τοματίνια. Με φόντο δυο φίδια. Και τη φωνή του Αγγελάκα. Και συ να σιγοτραγουδάς "Πονάει πάντα η πρώτη φορά.." Η αρρώστια να μου σιγοτραγουδάει και να με προσέχει. Και να κοιμάται μαζί με το αρκουδάκι μου.

Και το λεωφορείο πουθενά. Κάθησα σε ένα πεζούλι δίπλα απο το πεζοδρόμιο κοιτώντας την ατελείωτη θάλασσα. Που η ζωή με έστειλε εκεί για να με βασανίσει. Πήρα τη Γ. τηλέφωνο. Της είπα πως πάλι δεν τον βρήκα. Πως πάλι δεν ήταν σπίτι. Και πως του άφησα στα μανταλάκια το στικάκι silkcut και ένα σημείωμα. Και ορκιζόμουν πως δεν υπάρχει κανένας άλλος θυσαυρός εδώ κοντά. Πως δε θα ασχοληθώ με κανέναν άλλον άντρα στην πόλη.. Και γύρισα ξαφνικά το κεφάλι. Και αλήθεια λέω,μακάρι να μην είχα γυρίσει να δω ποιος περνάει. Μακάρι να μην είχα προλάβει να δω ποιος περνάει. Όμως πρόλαβα. Και σταμάτησα για λίγο να μιλάω. Να επεξεργαστώ το καινούριο πρόσωπο. Τόσο ωμά. Ένας ωραίος γκόμενος που σίγουρα δεν ήταν πρωτοετής. Και αμέσως μετά είπα στη Γ. για την ύπαρξή του. "Και μετά και μετά και μετά;" θα ρωτούσε η Χ. μου. Μετα τι; Μετά μια κιθάρα και δυο-τρεις στίχοι απο pink floyd. Που πριν λίγες μέρες ακούγαμε και τραγουδούσαμε σε ένα ήσυχο μαγαζάκι στη παραλία. Και σιγομουρμούριζα στη Χ. με πάθος και νόημα   
"We're just two lost souls
Swimming in a fish bowl,
Year after year,
Running over the same old ground.
What have we found?
The same old fears.
Wish you were here."

Και ένα πεντάευρο πεταμένο κάτω. Και κρυφά βλέμματα που σιγά σιγά πεθαίνουν. Γιατι ζούμε για μια γαμημένη αξιοπρέπεια. Και ίσως έτσι έπρεπε να γίνει.



Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Αριθμοί, ρόλοι και κουκίδες

Τα πρώτα λεπτά της ολοκαίνουριας ζωής σου... Ξεκίνησαν. Γνώριμη φωνή. Γνώριμες φάτσες. Απροσδόκητες συναντήσεις. Σε απροσδόκητα μέρη. Με κρεμασμένες κιθάρες στους τοίχους και μώβ ουρανούς με χρυσόσκονη για ντεκόρ. Και ο αριθμός εκεί. Να επιμένει. Πoτέ δεν συγκράτησα ποιος είναι ακριβώς. 72; 75; 76; 78; Και μετά όλα είναι στο χέρι μου. Και παλεύω κάπως να τα πλάσω. Με φόβο. Μήπως αποτύχω. Μήπως δεν προλάβω. Μήπως..... Και χορεύω.
  Η Χ. και η Π. με κοιτούν με νόημα όσο εσύ μου μιλάς. Δειλά. τι αστείο. Αμήχανα αστείο. Και γω άνετη και χαλαρή. Γιατι; Μήπως γιατι το σήμερα, εκείνο το σήμερα, το θεώρησα ως δείγμα σίγουρης επιτυχίας; Όλα είναι δρόμος. Οι μικρές κουκίδες στο χάρτη που κάπου κάποτε συναντιούνται. Και πάλι μετά. Και συζητάνε για το χθεσινοβραδινό ταξίδι. Για το πλοίο. Για τις ατελείωτες ώρες στο πλοίο. 
  - Ηράκλειο-Αθήνα με Μινωικές και δεν κοιμήθηκα καθόλου. Και ήρθα κατευθείαν και φεύγω το βράδυ.
 
   Η Χ. ήθελε να κάτσουμε κάπου. Ζήτησα αναπτήρα απο κάποιον δίπλα μου. Προσπαθούσα να μην αφήσω την σκέψη "Πόσες βρωμιές έχει κάνει αυτός στη ζωή του" να κατακλύσει το μυαλό μου. Σκόρπιες λέξεις άκουγα. Ήμουν κενή. Πολύ βουητό. Πεινούσα. Έφαγα δύο κρουασάν double. Και μετά πάλι πίσω. 72; 75; 76; 78; Πού; Εκτός λήψης..... Όβερ.................
  "Ένατο λοιπόν." είπα με απογοήτευση στην Χ. Και αμέσως άρχισε να κάνει πράξεις και να μετράει με τα δάχτυλα. Μέσα στο υποτυπώδες χάος. Και η κουκίδα 72 74 75 78. Αλλά τι μας νοιάζει. Εδώ χάσαμε την μεγάλη μας αγάπη. Το λόου μπαπ. Εδώ χάσαμε το λόου μπάπ.....
  Ίσως ζήτησα πάλι αναπτήρα απο τον ίδιο κύριο. Καθόμασταν στο πάτωμα και είχε πλάκα. Ένιωθα άβουλη. Όπου τύχαινε θα πήγαινα. Δε με ένοιαζε. Πάει η παλιά αξιοπρέπεια. Το παλιό πάθος. Τώρα όλα ισοπεδώθηκαν. Έγιναν ένα με τη γη που μετά απο λίγους μήνες αποφάσισα να πατήσω γερά και να μου μουρμουρίσω "Πάμε..." Και αντί να κοιτάξω προς το νότο κοίταξα προς το βορρά.

"Εσύ οδηγάς-εγώ ταξιδεύω
ξέρω τι κάνω-ποιόν κοροϊδεύω;"

Γέλαγα και εκεί. Προσπαθούσα όμως να μην το δείξω. Ο ρόλος μου ήταν άλλος. Και βρήκα και το μότο μου. 
Ρόλους βαράμε. 
Μια ζωή. Και όπως στην παράσταση αναζητάς μια γνώριμη φάτσα στο κοινό για να νίωσεις πιο άνετα, έτσι και γώ ήθελα την Χ. δίπλα μου να την σκουντήξω με νόημα εκείνη τη στιγμή. Και να με κοιτάξει με το ίδιο βλέμμα όπως τότε. Και με την αυστυρότητα βέβαια. Και γω να πιστέψω πιο πολύ στον ρόλο μου. Αλλά να χαμογελάσω κρυφά λίγο πονηρούτσικα. Και να της πω πως φέτος ήταν η χρονιά μας; Και το πιστεύω πως ήταν. Και πως τίποτα δεν αφήσαμε για τον Σεπτέμβρη. Εκτός απο λίγα μαθήματα βέβαια και ένα ταξίδι στη Γαύδο που αμφιβάλλω αν θα γίνει και τότε. Όλα τα άλλα τα αγγίξαμε. Άλλα πολύ, άλλα λίγο. Άλλα δεν καταφέραμε να τα κατακτήσουμε αλλα αρκεστήκαμε στο να τα δούμε απο πολύ κοντά. Όπως και τον Κρόνο. Τον Κρόνο με τον ρομαντικό του δακτύλιο.
Και να πούμε και γειά. Τι νόημα που έχει ένα γειά ε; Και να κλάψουμε σε μια παραλία που το πρωί ξεχειλίζει απο τουρίστες και το βράδυ περιμένει εμάς να γεμίσουμε τις λαχανί ξαπλώστρες της.
Κουκίδες είμαστε που τρέχουμε μέσα στο χάρτη. Και συναντάμε άλλες κουκίδες. Και φεύγουμε. Και ξαναγυρνάμε. Και ξαναφεύγουμε. Μα έτσι είναι και πρέπει να το χωνέψω. Έρχονται και φεύγουν...
Πού να πηγαίνουν;
όλοι το ίδιο.
Άλλοι πεθαίνουν.
άλλοι ζούνε και λίγο.
Όπου κι αν πηγαίνουν, είμαι σίγουρη πως το μόνο που ψάχνουν και το μόνο που έχουν να θυμούνται.. 
είναι η αγάπη...


Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Ο περαστικός

  Δεν κοιμήθηκα καθόλου καλά απόψε. Έβλεπα συνεχώς εφιάλτες. Και ξύπνησα εξίσου άσχημα. Φυσικά και θέλω να σε δώ. Φυσικά και μου λείπεις. Αλλα όχι έτσι. Όχι στο χάος της Αθήνας κοιτώντας συνεχώς το ρολόι. Γιατί εκεί και σύ και γώ θα πρέπει να γυρίσουμε κάποια στιγμή σπίτι. Και δε θα μας χωρίζει απόσταση τριών χιλιομέτρων. Με τρελαίνει η σκέψη πως απο δω και πέρα θα σε βλέπω για λίγες ώρες. Δεν ξέρω αν μπορώ να τo ζήσω έτσι.
 Νιώθω ένα τρομερό βάρος στο στήθος. Χτες μιλούσα στην Κ. για σένα και προσπαθούσα να το δω αλλιώς. Να το συνειδητοποιήσω πως ήσουν περαστικός. Δεν ξέρω αν σου αξίζει η αξία που σου έχω δώσει. Μάλλον δεν σου αξίζει. Και στο είχα πεί.

Γιατί ξέρεις πως εσύ το χάλασες.
Εσύ το χάλασες εκείνο το βράδυ στο πάρτυ της κατάληψης. Παρόλο που αποφάσισα να το συνεχίσω, ήξερα πως δεν το αξίζεις. Ό,τι είπαμε εκείνο το βράδυ με έχει σημαδέψει πολύ. Μα ακόμα πιο πολύ το σημάδι στο λαιμό σου.
Δεν μπορώ να το ξεχάσω. 
Ούτε το πώς με έκανες να νιώσω. Πως χάνω τη γη κάτω απ τα πόδια μου. Στο ίδιο μέρος. Στο μέρος που πρίν λίγες μέρες είχα αποφασίσει να πατήσω γερά στην ίδια  γη και να μου μουρμουρίσω "Πάμε..." Ανέκφραστος είσαι. Κάπως σαν να το χω ξαναζήσει αυτό. Κάποια παρόμοια κατάσταση. Προφανώς και είμαι πιο δυνατή τώρα. Προφανώς και βλέπω τα πάντα πιο ρεαλιστικά. Αλλά κάτι με κρατάει κοντά σου...

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Και εσυ;

Θέλω να βάλω το πρόσωπό μου μέσα στο μαξιλάρι και να κλαίω. Να κλαίω μέχρι να κουραστώ τόσο πολύ. Και μετά να με πάρει ο ύπνος χωρίς να το καταλάβω. Και αύριο να είναι μια νέα μέρα. Μια μέρα που ίσως ακούσω πάλι τη φωνή σου. Δω το όνομά σου στην οθόνη του κινητού μου και χαμογελάσω. Και τότε η καρδιά μου πάλι χτυπήσει γρήγορα. Και το στομάχι μου γεμίσει πεταλούδες. Όπως τότε. Τις πρώτες φορές που βρισκόμασταν. Την πρώτη φορά που ήρθα σπίτι σου. Ντύθηκα κοριτσάκι. Έβαλα και κραγιόν. Πήρα τον Σίμπα στην αγκαλιά μου και ξεκίνησα για το σπίτι σου. Και στο δρόμο του σιγομουρμούριζα "Πάμε στο Δημήτρη μας τώρα. Θα είσαι φρόνιμος ε; Στο Δημήτρη μας, ακους;" Περισσότερο το έλεγα για να το ακούσω εγώ. Ένιωθα τόσο υπέροχα εκέινη τη βραδιά. Χαμογελούσα σε όλο το δρόμο και ανυπομονούσα να δώ το πρόσωπό σου. Κανένας ενδοιασμός και καμία αμφιταλάντευση. 
Και τα είχες ετοιμάσει όλα τέλεια. Και είδαμε ταινία. Και δεν πρόσεχα καθόλου την υπόθεση. Ακόμα και αν δεν είχε υπότιτλους, όπως σου είχα πει. Ήσουν δίπλα μου και δεν μπορούσα να δώσω ούτε λίγη σημασία στην ταινία. Απλά χανόμουν στην αγκαλία σου. Και μετά στη μουσική. Ακόμα θυμάμαι που σε ρωτούσα κάθε πέντε λεπτά τι σκέφτεσαι. Και η απάντησή σου ήταν τις περισσότερες φορές "Μουσικούλα" ή "Κομμάτι". Και στράβωνα τα μούτρα. Αλλά το καταλαβαίνω πως συνεχώς στο μυαλό σου έπαιζει μουσική. Και μένα για αρκετές μέρες αφότου έφυγα έπαιζε το roads. Απο τότε που σε γνώρισα και μετά έχω κολλήσει με portishead. Kαι θυμάμαι τότε. Στο σπίτι σου. Εγω και σύ. Αγκαλιά. Και απο τα ηχεία σου να ακούγονται portishead. Πόσο πιο μαγικά.
 Και συνεχώς φοβάμαι πως είσαι με άλλη. Με κάποια όμορφη κοπέλα που γνώρισες σε κάποιο κλάμπ. Και πως σου αφήνει τεράστια σημάδια στο λαιμό. Σε σημαδεύει. Και πια δεν είσαι δικός μου. Είσαι μιας άλλης. Μα μου είχες πει πως κανείς δεν είναι κτήμα κανενός. Και τώρα θα είσαι μιας άλλης. Και θα μαγειρεύεις σε κάποια άλλη. Και κάποια άλλη θα σε φιλάει όταν ξυπνάς. Και κάποια άλλη θα ακούει nonstop τα καινούρια σου κομμάτια. Θα είσαι με κάποια άλλη και θα αναρωτιέσαι πλάι της "Που πάει ο καιρός που φεύγει και όταν φτάνει ξαναφεύγει." Ίσως όμως αυτή είναι πιο τυχερή. Ίσως ο καιρός μαζί της δε φύγει.
Ή ίσως εσύ δε φύγεις μαζί με τον καιρό.
Μου λείπεις. Μου λείπεις πολύ. Το γέλιο σου, το βλέμμα σου, το χαμόγελό σου, τα μαλλιά σου, οι δύο φυσικές τζιβούλες σου, τα χείλη σου...
 Αλλά μέρα με τη μέρα σε νιώθω όλο και πιο μακριά μου. Οι ώρες που περνούν μοιάζουν να μας χωρίζουν όλο και περισσότερο.
Απόψε νιώθω πολύ τρωτή. Όπως τη νύχτα του αποχαιρετισμού. Νιώθω τα μάτια μου να βουρκώνουν πολύ συχνά. Και συ δεν είσαι εδώ να μου πάρεις χαρτομάντηλα απο το περίπτερο δίπλα απο το σπίτι της Δ. Εσύ δεν είσαι εδώ να με αγκαλιάσεις. 
Εσύ δεν είσαι πια στη ζωή μου.


Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Ανάμνηση...

 Και η λογική μου μου λέει να χαλαρώσω. Που είναι η ανέμελη Β. που ένα Σαββατο βράδυ περιτρυγυρισμένη απο γνωστές-άγνωστες φάτσες προσπαθούσε να αποφασίσει ποια είναι η καλύτερη επιλογή; Και μετά το άφησε στην τύχη. Και έκανε αμπεμπαμπλόμ. Και γελούσε με τον εαυτό της μαζί με αυτούς που βρίσκονταν γύρω της. Και επινοούσαν νέες χορευτικές κινήσεις. Και όλοι της έλεγαν να τολμήσει.
  Αξίζει να τολμάμε. Αξίζει να ζούμε. Δε μετανιώνω. Δεν ξεχνάω.
 Εγώ είμαι αυτή που ρίσκαρα, εγώ είμαι αυτή που προσπάθησα για μας. Που συγχώρεσα. Ακόμα και το χειρότερο που θα μπορούσες να μου είχες κάνει την παρούσα στιγμή. Σου το συγχώρεσα. Σου τα συγχώρεσα όλα. Σε πίστεψα. Σου έδωσα χώρο μες στην καρδιά μου. Ακόμα και αν τώρα είσαι μακριά. Ακόμα και αν έχω μέρες να μάθω νέα σου. Ακόμα και αν δεν σε εμπιστεύομαι ούτε λίγο.
  Ξύπνησα άσχημα σήμερα. Είχα το κινητό δίπλα απο το μαξιλάρι όλο το βράδυ. Κανένα νέο σου. Κανένα σημείο ζωής. Το κινητό κλειστό. Μα εγώ γιατί να ανησυχώ έτσι; Ήταν απλά ένας υπέροχος μήνας. Μια εμπειρία που αν και απο την αρχή ήξερα την κατάληξή της, διάλεξα να τη ζήσω. Μα τι άσχημο να αποκαλώ όλο αυτό που έζησα και ένιωσα για σένα απλά "εμπειρία".
 Όσο ήμασταν μαζί το αποκαλούσα όνειρο. Ήταν μια ονειρεμένη καθημερινότητα. Τώρα είναι πολύ πιο απλό. Μια εμπειρία. Που ανήκει στο παρελθόν. Που οι δείκτες του ρολογιού την έχουν αφήσει πίσω.
Σε λιγότερο απο ένα μήνα θα είμαι πάλι εκεί. Στην πόλη που σε γνώρισα και πέρασα όλες αυτές τις υπέροχες στιγμές μαζί σου. Μα πως; Θα ξαναπερπατήσω στα ίδια σοκάκια. Θα ξανασυναντήσω τα ίδια άτομα. Τους φίλους, τους γνωστούς σου. Και εσύ δεν θα είσαι εκεί.
  Θα κυνηγήσεις το ονειρό σου όμως. Θα παλέψεις. Και ξέρω πως σου δίνει ζωή αυτό. Να παλεύεις και να φτάνεις όλο και πιο κοντά στο όνειρο.
 Όσο για μένα, μετράω τις μέρες που μένουν μέχρι τις διακοπές. Με την Χ. και την Δ. για κάμπινγκ.
Σε λίγες μέρες θα αρχίσω να φτιάχνω λίστες με τα πράγματα που θα μας χρειαστούν. Αν και τα έχω κάπως οργανώσει στο μυαλό μου. Η ζωή μου κυλάει. Το βλέπεις. Και η δική μου ζωή κυλάει. Ακόμα και αν αρνούμαι να το παραδεχτώ.
   Όμως ακόμα και οι διακοπές που σχεδιάζω μου θυμίζουν εσένα. Οι βρωμερές κονσέρβες με σκουμπρί μεγάλο που κορόιδευες. Ο κρεμασμένος φακός στο δέντρο. Τα αστέρια που χαζεύαμε. Η άμμος που υπήρχε ακόμα και μέσα στα αυτιά μας. Ξέχασα να σου πώ πως ο υπνόσακός μου είχε ακόμα άμμο. Δεν τον είχαμε τινάξει καλά. Τον άνοιξα στο πλοίο καθώς επέστρεφα και βρήκα εκεί την άμμο μας. Χαμογέλασα τότε. Και μου έλεγες πως αυτό που ζούμε δε θα το ξαναζήσουμε. Το ξέρω. Για αυτό και γω το άρπαξα σφυχτά και το έβαλα στην καρδιά μου. Και υπάρχει ακόμα εκεί. Και κάθε φορά που κλείνω τα μάτια ξαναζώ τις στιγμές μας.
Ελπίζω να είσαι καλά....

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Μέχρι το αύριο...

  Ακόμα είσαι στη ζωή μου. Είσαι εδώ. Στο μυαλό μου. Η σκέψη μου σε σένα και στις στιγμές που περάσαμε. Ακόμα και αν με μάλωνες να μην το αποκαλώ στιγμές όλο αυτό. Ακόμα και αν με μάλωνες με εκείνο το γλυκό σου ύφος και εγώ φοβόμουν για λίγο. Στιγμές εγώ θα το λέω. Στιγμές και τότε που με μάλωσες πολύ επειδή άφησα το ποτήρι με το νερό δίπλα στο pc σου και κατα λάθος το έριξες. Ήταν η πρώτη φορά που με μάλωσες τόσο. Αφού ξέρεις πως δεν το ήθελα. Και κρυβόμουν σαν παιδάκι που έκανε ζημιά για να μη σε βλέπω να με μαλώνεις. Και μετά το ήξερες πως ήθελα μια μεγάλη αγκαλιά για να ηρεμήσω.
  Μου λέιπεις.
Έρχεσαι στα όνειρά μου τα βράδια όμως. Και εκεί προσπαθώ να σε αγγίξω. Να κάνω τα πάντα για να σε κρατήσω. Αλλά και πάλι. Και απο κεί φεύγεις. Ακόμα και απο τα όνειρά μου φεύγεις.
  Θέλω να αγγίξω το πρόσωπό σου για λίγο. Να σε παρατηρώ όταν κοιμάσαι. Και να σου χαϊδεύω τα μαλλιά. Και εσύ να μισοξυπνάς. Και ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνιο σου να λές χαζομάρες. Και γω να γελάω. Και συ μετά να ξυπνάς και να μου εξηγείς πως πάλι δεν ξερεις τι λές μέσα στον ύπνο σου. Και  γω τότε να σε αγκαλιάζω γλυκά. Και να σε σκεπάζω για να μην κρυώσεις. Και συ πάλι να μου γκρινιάζεις πως θα πεθάνεις απο τη ζέστη.
  Και τότε τα μάτια σου να κλείνουν πάλι. Και τότε το πρόσωπό μου να σκοτεινιάζει. Ευτυχώς που κοιμόσουν αγάπη μου και δεν έβλεπες το πρόσωπό μου να σκοτεινιάζει. Φοβόμουν. Το τέλος. Στο είχα πει πολλές φορές. Το τώρα φοβόμουν. Το τώρα που είμαι μακριά σου και δεν σε έχω εδώ δίπλα μου όταν κοιμάμαι. Ακόμα και τώρα ξυπνάω τα βράδια και σε ψάχνω δίπλα μου. Ψάχνω μισοκοιμησμένη τα χέρια σου και είμαι έτοιμη να σου πω "αγκαλιά". Αλλα δεν είσαι εδώ. Και δεν ξέρω αν ποτέ θα ξαναξυπνήσεις δίπλα μου. Και αν ξυπνήσεις δεν ξέρω αν θα είμαι δυνατή εκείνο το βράδυ να κοιμηθώ. Νομίζω πως θα σε αφήσω απλά να κοιμάσαι δίπλα μου. Και εγώ θα σε παρατηρώ.  
  Όπως και τότε στην Πρέβελη. Η πρώτη φορά που κοιμήθηκες δίπλα μου. Και γω σε παρατηρούσα. Και σου έδιωχνα τις μύγες. Και έπαιζα με τα μαλλιά σου. Και παρόλα αυτά δεν ξυπνούσες. Και κάθε φορά που γάβγιζε ο Σίμπα κρυβόμουν πίσω απο το σεντόνι για να μην καταλάβεις ότι είμαι ξύπνια.
  Αυτές οι στιγμές τριγυρίζουν συνεχώς στο μυαλό μου. Αυτές οι στιγμές μου λείπουν. Οι απλές στιγμές που ήσουν μαζί μου. 
Που ζούσαμε με πάθος το τώρα και σχεδιάζαμε το άυριο. 
Μέχρι το αύριο....

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Και δε γυρνάς πια

  Eδώ και ώρα κοιτάω το απο χτές αφημένο λάπτοπ πάνω στον καναπέ. Και γω να μην έχω κουράγιο να πάω μέχρι εκέι και να το ανοίξω. Για ποιο λόγο; Για να γράψω τις σκόρπιες σκέψεις που κολυμπάνε εδω μέσα; Για λίγη ώρα ζητιάνευα μια φράση μέσα στο νου μου. Μια φράση για να αρχίσει η ροή. Η ροή του χάους που επιδιώκω να βγάλω απο δω μέσα. Απο το κεφάλι μου που πάει να σπάσει. Σηκώθηκα τελικά και το πήρα το λάπτοπ. Το άνοιξα.
 Ακόμα και αν γράφω, οι σειρές που γεμίζω μου φαίνονται λίγες. Μα εγώ δεν είμαι δυνατή μαμα; Εγω δεν γελάω και δεν ονειρεύομαι; Να κάνω και τους άλλους να γελούν. Τα παιδάκια μου. Που αλλάζουν μάτια. Με άλλα γεννιούνται και με άλλα καταλήγουν. Με άλλα, γεμάτα αγάπη. Έτσι βλέπω τα παιδάκια μου καθημερινά μαμά. Με τα νέα μάτια που δεν φοβούνται να μιλήσουν για τα παλιά. Με τα νέα μάτια που αγαπούν. Θελω μια μεγάλη αγκαλιά. Οι τρείς μας. Και να φωνάξουμε δυνατά. Και όλα να φύγουν απο το κεφάλι μου. Και το ονειρό μου, πάλι, εδώ, να μου χαμογελά και να με κοιτά με τα γλυκά ταλαιπωρημένα μάτια που χτίζουν την αγάπη. Χτίζουν την αγάπη. Χτίζουν όσα για χρόνια γκρέμιζαν. Και ουρλιάζουν. Για όλα τα χαμένα βράδια τους. Ματώνοντας το λαιμό τους...
Δεν έχω φωνή μέσα μου. Δεν έχω δάκρυα. Αν μπορούσα κάπως να εκφραστώ, πολύ θα ήθελα να σπάσω ό,τι βρώ. Να το πετάξω στον τοίχο. Αλλα δε μπορώ. Κάτι με κρατάει. Κάτι που ίσως μου έβγαινε να ονομάσω αρρώστια. Αλλά ξέχασα, κοροϊδεύεις την αρρώστια. Αρνείσαι την υπαρξή της. Σου φαίνεται γελοία ε; Ποτέ δε με κατάλαβες. Ποτέ δεν προσπάθησες να καταλάβεις οτιδήποτε. Βολεύτηκες σε ένα κέλυφος πολύ σκληρό για να σπάσει με τις όμορφες λέξεις μου. Που τάχα καταλάβαινες. Προφανώς και δεν καταλάβαινες. Ο χρόνος περνά όμως. Και δε γυρνά. Και σύ. Περνάς μαζί του.
Και δε γυρνάς πια.