Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Μείνε

Ωραίο πράγμα να ξυπνάω το πρωί και να σε βλέπω δίλπα μου να κοιμάσαι. Ωραίο πράγμα να είσαι εδώ. Να μπορώ να αγγίξω το πρόσωπο σου και να σου μουρμουρίσω καλημέρα. Να σου χαιδεύω τα μαλλιά για να κοιμηθείς και συ να γκρινιάζεις. Και να γελάς.
Να είσαι εκεί. Δίπλα μου.
Και να ονειρευόμαστε. Ακόμα και αν τα ονειρά μας δεν φτάνουν πέρα απο το αύριο. Μου αρκεί το αύριο. Οι εκδρομές και οι παραλίες, Και το κάψιμο στην πλάτη μου. Και οι φροντίδες σου.
Οι στιγμές μας.
Μακάρι να μπορούσα να σου πώ ότι σ αγαπώ. Μακάρι να μην τελείωνε έτσι ο χρόνος.
Μείνε. Μα το ξέρω πως μπορεί να συμβεί. Μείνε άλλο λίγο.
Είσαι ένας γλυκός άνθρωπος που ένα ξημέρωμα σε μία έρημη παραλία μπήκε στη ζωή μου. Και έμεινε.
Μείνε...

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Αγαπη

Ένα πράγμα θέλω απο τους ανθρώπους. Ένα και μοναδικό. Την αγάπη. Είσαι διατεθειμένος να μου την δώσεις;
Ναι. Αγάπη ζητάω. Αν είσαι εδώ για αυτό. Μείνε.
Αν όχι.
Αντίο.
Καμία αμφιταλάντευση. 
Κανένα χάος. 
Μόγο αγάπη.

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

Έρχονται και φεύγουν

 Ύπνος. Κοιμήθηκα για να μην σκέφτομαι. Για να μην περιμένω. Κοιμήθηκα και έβλεπα στο όνειρό μου λιμάνια και μισοφαγωμένες σοκολάτες... Και μόλις ξύπνησα είδα λίγο φως να μπαίνει απο το παντζούρι. Ξημέρωσε σκέφτηκα. Αλλα δεν ήταν μια νέα μέρα. Ήταν η ίδια. Δεν είχα καταφέρει να αφήσω πίσω μου αυτή τη μέρα. Με βαραίνει. Με φοβίζει πάλι. Με αδρανοποιεί. Δεν έχω καταφέρει να αφήσω τίποτα πίσω μου.
  Μα έτσι είναι και πρέπει να το πάρεις χαμπάρι κάποτε. Δρόμος είναι η ζωή. Έρχονται. Φεύγουν. Είναι εκεί δίπλα σου και ξαφνικά εξαφανίζονται. Και αναρωτιέσαι γιατί. Πέφτεις χαμηλά. Αγγίζεις το χώμα. Μέχρι που καταλαβαίνεις πως δεν πάει πιο κάτω. Παλεύεις να σηκωθείς. Μα δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Να σηκωθείς. Μόνη. Πατώντας γερά στα πόδια σου.  Να σηκωθείς και να δείς το φως του ήλιου. Ενός ήλιου που χάζευα να δύει σε μια παραλία. Και συ ήσουν εκεί. Αμήχανος. 
 Πολλές φορές θέλω να ουρλιάξω. Τώρα τελευταία όλο και πιο συχνά. Να ουρλιάξω για όλα τα χαμένα βράδια μου. Ματώνοντας το λαιμό μου. Να ουρλιάξω.
 Θα γελάσω. Δυνατά. Σε λίγη ώρα θα συναντήσω την Δ. Θέλω να κάνουμε όνειρα. Για τις διακοπές μας. Για την επόμενη χρονιά που έρχεται γεμάτη εκπλήξεις. Έτσι είναι η ζωή. Έρχονται και φεύγουν. Πρέπει να το δεχτώ. Πρέπει να χαμογελάω απο δω και πέρα μόλις μου περνάει απο το μυαλό.
Έρχονται και φεύγουν.

 

Φοβάμαι

 Να προσέξω τον εαυτό μου. Να προσέξω εμένα. Εμένα πάνω απο όλα μου λέει η Χ. Εγώ όμως δεν ξέρω ποια είναι τα όρια μου. Και πως μπορούμε να ξέρουμε τα όριά μας χωρίς να τα ψαξουμε πρακτικά; Μα αν αυτό είναι που θα μας καταστρέψει; Αν ψάχνοντας τα όριά μας, τα ξεπεράσουμε και μας καταστρέψουμε; Τόσο απλό. 
 Μήπως αν αρχίσω διάβασμα να νιώσω καλύτερα; Μήπως αν αρχίσω να κάνω περισσότερα πράγματα για τον εαυτό μου να είναι καλύτερα; Μήπως τότε νιώθω πως δε με παραμελώ;
                      ΦΟΒΑΜΑΙ
Πάλι. Και το κακό είναι πως είμαι μόνη. Στο σπίτι μόνη. Χωρίς μια οικογένεια που γυρνώντας σπίτι θα έβλεπες στα μάτια της την αγάπη που αναζητάς παντού. Ψάχνω ανθρώπους. Και ταυτόχρονα τους φοβάμαι. Και τραβιέμαι. Κάνω ένα βήμα μπρός, μετανίωνω, γυρνάω και μετά πάλι απ την αρχή. Πάλι ξαναπροσπαθώ. Δεν ξέρω που βαδίζω. Καμία αμφιταλάντευση τώρα. Τώρα σκέτο χάος. Θα φύγει. Θα φύγει το χάος. Το θέμα είναι τι θα αφήσει πίσω του. Ελπίζω όχι κενό.
Και το κενό καλύπτεται; Ή διαγράφεται;

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Τετραγωνισμένα φύλλα...

Τετραγωνισμένα φύλλα
φύλλα πουλημένης έκφρασης
φιγουράρουν αποβλακωτικά
πίσω από πάγκους
με χυμένα σκουπίδια.

Έγινε το rock στοίβες αποτσίγαρων

από πελάτες pub
που τραβολογιούνται
από τα ίδια και τα ίδια
από χιλιοτυπωμένες φάτσες
λόγια και παραγγελιές
για κανάλια φυγής.

Ταβέρνα, καφετέρια, pub,

στρατόπεδο, σπίτι
Κόλλησαν όλα στο μυαλό μου
σαν χυμένοι καφέδες
ξεραμένοι στα ίδια και τα ίδια
λουστραρισμένα τραπεζάκια.

Έμποροι μεταπουλούν

την ευχαρίστηση
με δόσεις άφιλτρων χειμάρρων κοροϊδίας
σ' αντάλλαγμα χρυσάφι
και πιοτό για παραλλαγή.

Ο χοντρός με την κοιλιά

με λιγουρεύεται
ασθμαίνοντας μια ανάγκη μου
κολλημένο κατοστάρικο
στη γυαλιστερή καράφλα του.

Ένα τσιγαράκι ρε φίλε.

Ένα τσιγαράκι ακόμη.
Να το κόψω.
Να κόψω τον πονοκέφαλο
που τσεκουρώνει ύπουλα
το κανάλι των σπερμάτων.
Φαντάρια με μπλουζάκια
παρελθοντολογικών νοήσεων
μυρηκάζουν χαμένες ανάσες
μέσα σε στενά μπλου-τζιν
που ξεβάφουν
αίμα και θειάφι.

Ξεράσματα ποτάσας

ζητούν κατοικία
ζάχαρες λύτρωσης
μιλώντας για κόσμους
γαλήνιους, μπατσοφορεμένους
με περιπολικά
σε περιπολίες στα στέκια
στα στέκια που αλήτες
αλήτες αλλάζουν
την πορεία στο αίμα τους.

Να θυμηθείς ρε, να παραβγούμε

στο τρέξιμο
σε μια έρημη αμμουδιά
να μη μας βλέπει κανένας
με πεθαμένα κοχύλια,
να ξεφυσήσουμε
νικοτίνη και σιχαμάρα
στα σπλάχνα τους
Να ουρλιάξουμε
ματώνοντας το λαιμό μας
για όλα τα χαμένα βράδια μας
Να ουρλιάξουμε...

Νεκροκεφαλές σε μηχανάκια

ψάχνουν σάρκα απ' τη σάρκα μας.
Ξεράθηκαν τα χείλη μας
μιλώντας
για τα ίδια και τα ίδια
κι εσύ κοριτσάκι
να μην έχεις καταλάβει τίποτα
τίποτα να μην έχεις καταλάβει
Παρά να φεύγεις μακριά
ξεπουλώντας, αυνανίζοντας
όλα τα βράδια που σου χάρισα
με το κορμί μου,με τα χείλη μου
σ' όλες τις κοινωνικές
τις μασημένες σεμνότητες
των ιριδικών καταπιέσεων.

Να σε σεργιανίσω σ' όλους τους τάφους

που λυτρώθηκαν
φτωχοί αυτόχειρες
στρατιώτες εικοσάχρονοι
με μελανιασμένες κατανοήσεις
φτωχοί αυτόχειρες...

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Αμφιταλάντευση...

 Και όλα ξεκίνησαν απο μια πλάκα; Απο μια τολμηρή κίνηση εγώ και η Χ. ένα Σάββατο βράδυ όταν μόλις είχα αποφασίσει να πατήσω γερά στη γή και να μου μουρμουρίσω "Πάμε...". Μιλώντας στα φαντάσματα. Αναζητώντας σκοτεινά πρόσωπα. Δειλά βλέμματα που κάθονται μόνα με μια μπύρα στο χέρι. Και κοιτούν. Και αν τύχει χαμογελούν αμήχανα. Και αμέσως φεύγουν πριν προλάβεις να τους πάρεις κουβέντα. Και συ αναρωτιέσαι γιατί. Και η γή που αποφάσισες απόψε να πατήσεις σου φαίνεται μετέωρη.
Και οι άνθρωποι γύρω σου χορεύουν. Άλλοι χτυπιούνται, άλλοι κινούνται ήπια και άλλοι απλά κοιτούν. Εσύ. Πάλι με τα ίδια μάτια. Φοβισμένα είναι; Κοιτάς. Δεν ξέρω αν μετανιώνω. Δεν ξέρω αν με νοιάζει πια το βλέμμα απορίας και το ειρωνικό χαμόγελο σου μόλις με αντίκρισες τις προάλλες εκεί. Περίεργο.
Έκανα τις επιλογές μου. Ίσως σωστές. Ίσως λάθος. Ήσουν πάλι πολύ κοντά. Και δε με ένοιαζε. Μακριά θα είσαι πάντα. Εγώ τι κάνω; Ψάχνω να με βρώ. Στα δρομάκια, στις πλατείες, στα παρκάκια. Ψαχνω να με βρώ. Ανάμεσα σε βρωμοχίπιδες στα σοκάκια και σε πλούσια παιδάκια που μόλις την είδαν κουλτούρα. Εγώ που είμαι; Εγώ τι κάνω; 
Αμφιταλάντευση.
Πάντα αμφιταλαντευόμουν. Δυο ζωές. Δυο αντικρουόμενοι κόσμοι. Μια επιλογή. Και στη μέση εγώ. Είναι αστείο. Χτες με έπιασε σπαστικό γέλιο και ήθενα να ουρλιάξω. Πως δεν είναι δυνατόν. Εγώ εκεί. Εγώ μέσα σε ένα τέτοιο παιχνίδι; Ήταν όντως σχέδιο; Δικό μου; Υπήρξε όντως η επιλογή; Ή ήταν αυταπάτη; Η ζωή είναι δικιά μου. Η ζωούλα μου που πρέπει να την προσέχω. Να μην αφήσω κανέναν να την πατήσει με μανία.
Η ζωούλα μου που η μαμά μου τόσο πολύ αγαπά. Η μαμά μου....
Ακόμα προσπαθώ να με κάνω να με αγαπήσω. 
Πρέπει να με αγαπήσω.


Περνούν...

Οι άντρες περνούν, μαμά.
Μου στέλνουν πάντα καρτ-ποστάλ
Από νησιά, μαμά.
Κι είναι πολύ συχνά,
Μποέμ αρτίστες, μουσικοί
Αμήχανα παιδιά.

Οι άντρες περνούν, μαμά.

Προσφέρουν δώματα με θέα
Σε βαθειά νερά.
Τους νιώθω μυστικά,
Να επιθυμούν ωκεανούς
Μα πάει η καρδιά ρηχά.

Οι άντρες περνούν, μαμά.

Πώς θα'θελα να φέρω κάποιον
λίγο πιο κοντά.
Μ'αυτοί περνούν, μαμά,
Κι αφήνουν ρέστα στην καρδιά.

Οι άντρες περνούν, μαμά.

Αστέρια που αφήνουν ίχνη
οι νύχτες του έρωτα.
Με βία που ζητά,
Ενός αδέσποτου παιδιού
Να κλέψει την καρδιά.

Οι άντρες περνούν, μαμά.

Πώς θα'θελα να φέρω κάποιον λίγο πιο κοντά.
Μ'αυτοί περνούν, μαμά.
Κι αφήνουν ρέστα στην καρδιά.

Οι άντρες περνούν, μαμά.

Μ'ένα χαμόγελο που μοιάζει με γκριμάτσα πια.
Κι αφού χτυπούν, μαμά,
Μ'αφήνουν με τα όνειρά μου,
Μόνη μου ξανά.

Οι άντρες περνούν, μαμά.

Τί θα κερδίσω αν φέρω κάποιον
Λίγο πιο κοντά.
Αφού περνούν, μαμά
Κι αφήνουν ρέστα στην καρδιά...

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

Πάλι...

"Εγλώβισα ολες μου τις προσδοκίες σε ένα παγωμένο χαμόγελο. Τρομακτικό παγωμένο χαμόγελο. Ηταν δικό μου. Ένιωθα την έκσταση που τόσα χρόνια ονειρευόμουν."

Και ήταν πάλι εδώ. 
Ήταν πάλι δίπλα μου.
Τρόμαξα πάλι και πάγωσε η καρδιά μου.  
Παλιές μυρωδιές φέρνουν παλιές θύμισες. 
Πληγές.
Που όσος χρόνος και αν περάσει μένουν εκέι. Ίδιες με εκείνη την ημέρα. ΄Ιδια μάτια. Εκείνα. Πάλι απέναντί μου. Πάλι τόσο κοντά μου. Πάλι άρρωστα. Πάλι ψυχεδελικά. 
Πάλι άρρωστο παγωμένο χαμόγελο.
"Η αρρώστια με το παγωμένο βλέμμα ξημερώματα έξω απο το αστυνομικό τμήμα."


Η αρρώστια πάλι απέναντί μου. 

Και......                                      ΚΕΝΟ


Απλό κενό. Απερίγραπτο. Όπως εκείνο το βράδυ σε εκείνο το παρτέρι.
Πάλι δεν υπήρχε λόγος να αντιδράσω. Η αρρώστια ακούει μόνο τον εαυτό της. 
Πάλι εγω και συ. 
Εγω εσύ και το παρελθόν. Εγώ εσυ και το τίποτα.
Εγώ, εσύ και το χτύπημα μιας καρδιάς. 
Της δικής μου.                                     
                                     Εσένα σου τελείωσε. 
Κάποιος, κάποτε, μαμά, δε θυμάμαι ποιος, μου είπε να σου πω πως έχω αμυγδαλωτά μάτια....
Κρίμα, αλλά εγώ το ξέχασα...
Η αρρώστια έχει πάντα δίκιο. Η αρρώστια με τα παγωμένα μάτια και το τρομακτικό ψυχεδελικό χαμόγελο. 
                 Στιγμές είναι η ζωή.     Σκόρπιες.       Ενωμένες.
Μακάρι να μπορούσες να γυρίσεις. Όχι σε μένα.
Στη ζωή. 
Που η μάνα σου κάποτε σου χάρισε και συ την πέταξες.


Εγώ τώρα είμαι καλά.



Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Αντίο-Καλωσήρθατε....

Τα τελευταία βράδια αναρωτιέμαι πόσο μαγευτική μπορεί να είναι η ζωή. Πόσο μαγευτική μια βραδινή βόλτα. Όταν όλοι έχουν πέσει για ύπνο και συ τριγυρνάς στους έρημους δρόμους ακούγοντας το θρόισμα των φύλλων και το βουητό των τζιτζικιών. 
Τότε τα ξεχνάς όλα. Ξεχνάς την αρρώστια. Ξεχνάς τον φόβο και τη μοναξία. Και νιώθεις τόσο τυχερός. Αφήνεις την ζωή σου για λίγο να κυλήσει όπως αυτή νομίζει. Και ξέρει αυτή. 
Πόσα χρώματα και πόσα τραγούδια ανακαλύπτεις σε μια βραδινή βόλτα. 
Πόσους λόγους για να ζεις. 
Ακόμα και μόνος. 
Ήρθα σε ενα πολύ όμορφο μέρος. Μοναδικά όμορφο και με περίεργη αύρα. Σαν να μπερδεύονται οι διαστάσεις, να απλώνεις το χέρι σου να αγγίζεις ουρανό και μετά απο λίγο να ανοίγει η γή το τεράστιο στόμα της και να σε καταπίνει.

Η γή μου.

Η γή που θέλω να την αγκαλιάσω.
Νιώθω τόσο τυχερή που είμαι εδώ. Και ζώ.
Για αυτό με πιάνει υστερία ώρες ώρες και δε θέλω να αφήσω ούτε ένα λεπτό χαμένο. Για αυτό. Γιατι μου μένουν μόνο άλλα τρία χρόνια απο τη ζωή μου εδώ.  Θέλω να ζήσω. Να ζήσω αυτά τα χρόνια όσο καλύτερα μπορώ μέχρι να μαζέψω όλα μου τα μπογαλάκια, τις καλές και κακές στιγμές, τα δάκρια στις παραλίες, τις χαρές, τις λύπες, τους αποχωρισμούς, όλες αυτές τις πολίτιμες αναμνήσεις μου, να τις βάλω πάλι μέσα σε εκείνο το πλοίο και να τις πάω πίσω. Μαζί με μένα. Για ένα εντελώς νέο ξεκίνημα. Άλλο ένα νέο ξεκίνημα.

Γρήγορα κυλάει η ζωή. Αύριο θα προσπαθήσω να την προλάβω. Ίσως τα καταφέρω. Ίσως όχι.

Ορκίζομαι πως αύριο δεν θα φορέσω το ωραίο μου χαμόγελο. Αύριο δεν θα κλαίω. 
Αύριο θα πατήσω γερά στη γή και θα μου μουρμουρίσω "Πάμε..." Και άμα χρειαστεί θα πιω και κανα δυο κρασάκια για να ξεδιπλωθώ όπως μου πε χτες και ο Ι.
Ξέρω πως είσαι κοντά τώρα. Ξέρω που είσαι. Κι όμως. Δεν έρχομαι.
Τόσους μήνες περίμενα. Λίγες ώρες ακόμα δεν θα αντέξω;
Ίσως αύριο σου πω "αντίο"
Ίσως πάλι σου πω "καλωσήρθες" για πρώτη φορά....