Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Επιστροφή και καταστροφή...

Θα γυρίσω. Και δε θα σε βρω εκεί. Και η ζωή μου θα είναι αλλιώς. Θα μετακομίσω. Θα ψάξω για ένα όμορφο σπίτι στην παλιά πόλη. Και η Δ. θα είναι εκεί. Και η Χ. θα είναι εκεί. Και ο Ι. να μας μαζεύει σπίτι του για ηχογράφηση. Στο καινούριο του σπίτι που φτάνοντας στο ισόγειο φωνάζω λόου μπάπ. Αυτό το καλό έχει το Ρέθυμνο. Όπου κι αν πας συναντάς γνωστούς. Και χαμογελάς. Επιστρέφω λοιπόν. Και ο Χ. να του μαγειρεύω για να του βγάζω τα εσωψυχά μου. Και να νιώθω πάλι εκείνη τη φλόγα να μεγαλώνει στην ψυχή μου κάθε φορά που τον βλέπω να απομακρύνεται. Φλόγα αγάπης. Ανθρώπινης πραγματικής αγάπης. 
Και ο αριθμός εκεί. Να επιμένει. 72; 75; 76; 78; Ο αριθμός πάλι εκεί. Να με κοιτάει δειλά και να μου χαμογελάει μόλις με δει κατα τύχη στην παλιά πόλη. Χαμένη υπόθεση πια. Χαμένη. Γιατι η κοινωνία είναι κλειστή, γιατι έχεις και μια αξιοπρέπεια και γιατι, πως να το κάνουμε, είσαι καλή κοπέλα εσύ. Ο αριθμός εκεί. Με μια μπύρα στο χέρι. Ο αριθμός να με κοιτάει δειλά ένα ξημέρωμα, με μια μπύρα στο χέρι και να απομακρύνεται. Φοβισμένος. Και η αρρώστια με το ψυχεδελικό χαμόγελο να χορεύει σαν τρελή. Να χορεύει το ξημέρωμα. Και εκεί να είσαι και σύ. Να σπρώχνεις την αρρώστια. Και να γελάς και να χορέυεις. Εσυ και η αρρώστια. Και ο αριθμός κοντά μου. Και η επιλογή; Λαθος. Και η επιλογή; Σωστή.
Και εγώ. Στο πλοίο. Να ξέρω πως μόλις φτάσω στον Πειραιά θα σε δώ εκεί. Θα σε δω εκεί μετά απο τόσο καιρό. Θα με περιμένεις εκεί. Και θα είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή των διακοπών μου. Ειρωνεία. Μα δε ζω για σένα. Και σε πήρα τηλέφωνο. Και θα ήσουν εκεί. Και παρόλα αυτά καθόμουν στο κατάστρωμα. Και προσπαθούσα να αρπάξω τη στιγμή και να την ασφαλίσω στην καρδιά μου. Μαζί θα καταστρέψουμε το σύμπαν. Η συναντησή μας θα φέρει την καταστροφή. Με εσένα. Που πριν λίγες μέρες χόρευα σε ένα πανηγύρι. Και στο τέλος κάθε στίχου φωνάζαμε όλοι μαζι "Οοοοοοοο". Και ήσουν δίπλα μου και γελούσες πολύ δυνατά. Και παρομοίαζες την κατάσταση με μπάχαλα. Και γω ένιωθα πάλι πως βρισκόμουν στο στοιχείο μου. Ένιωθα πως αρκετά είχα σοβαρέψει. Και ήθελα να την κάνουμε εκείνη τη βόλτα που έλεγες. Και μόλις ήρθε ο Μ. με την πορτοκαλί τσάντα, που μόνο πορτοκαλί δεν ήταν τελικά, με κέρασες, όπως μου είχες τάξει την προηγούμενη μέρα. Και ας έφυγα. Και ας πήγα στο μπαράκι με τα παιδιά. Έκοψα ένα χαρτάκι απο το πρώτο φύλο του καινούριου μου βιβλίου. Σου έγραψα. Σου το έδωσα. Σου είπα να το διαβάσεις μόλις φύγω. Και κουβαλάω πάνω μου κάτι απο σένα. Και μακάρι να σε ξαναδώ. Θέλω να σε ξαναδώ. Να αλλάξω ρόλο. Να χορέψουμε το ταγκό που τελικά δεν προλάβαμε να χορέψουμε. Και να χαμογελάμε κοιτώντας ο ένας τα μάτια του άλλου σε ένα κατάμεστο γήπεδο. Σε ένα νησί. Και να καταστρέψουμε το σύμπαν. Και τον εαυτό μας. Και κλεισμένοι σε μια γκαρσονιέρα στο κέντρο της Αθήνας να καταστρέψουμε τον εαυτό μας. Και να γελάμε. Κοιτώντας και ψιλαφίζοντας τα προσωπά μας. Χωρίς λογική. Χωρίς απόσταση.
Χωρίς λόγια...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου