Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Ερωτευμένοι Σχιζοφρενείς

Το ήξερα πως αν έφευγα θα έχανα μια βραδιά που πιθανώς θα είχε άριστες προοπτικές. Και μου το είπες και εσύ πριν φύγω. Πως εγώ χάνω. Το ξέρω πως χανω. Έχασα. Δυο μάτια. Δυο άρρωστα ψυχεδελικά μάτια. Που κάποτε ήταν δικά μου. Ήταν τόσο κοντά στο προσωπό μου και δε χόρταινα να τα χαζεύω. Ήταν εδώ, μες στο σπίτι μου. Στο σπίτι που τώρα εγκαταλείπω. Και πάλι απόψε, ήταν εκεί. Mετά απο καιρό, τα δυο άρρωστα ψυχεδελικά μάτια με το παγωμένο χαμόγελο ήταν εκεί. Και τα βλέμματα μας διασταυρώνονταν. Και μου το είπε και η Δ. Ήσουν εκεί. Με τον Χριστό-παύλα-Άσιμο, που ένα απόγευμα, σε κάποια πορεία, ήταν μπροστά μας. Και μίλαγες μαζί του. Και μου προσέφερε μακαρόνια με ζωμό προβατίνας, πολλούς μήνες μετά, σε μία πλατεία. Και μου κρατούσες το χέρι. Πίσω απο ένα τσούρμο αγνώστων με μαύρο πανό,μου κρατούσες το χέρι. Η Χ. γέλαγε πολύ όταν της είπα πως σε κάποια πορεία ήμασταν χέρι χέρι.
Τα τελευταία βράδια, γυρνώντας σπίτι σε σκεφτόμουν. Τον περασμένο Νοέμβρη. Ανεβαίναμε μαζί την ανηφόρα για το σπίτι μου. Και νωρίτερα, στο Μουσείο, έλεγες στον Γ. "Θα σε πουλήσω απόψε." 
Καθόσουν πολύ κοντά μου σήμερα στην πλατεία. Και ήμουν για λίγο δίπλα στη Σ. Τη ρωτούσα για το σπίτι. Και με κοιτούσες. Και θυμήθηκα πως την ημέρα που μου την γνώρισες ήμασταν μαζί. Το θυμάμαι σαν χτές. Είχες μείνει σπίτι μου. Και το απόγευμα έφυγες για λίγο. Και είχαμε δώσει ραντεβού στο Μουσείο στις πέντε. Και ευτυχώς που δεν είχες ρολόι μαζί γιατί είχα αργήσει τουλάχιστον μισή ώρα. Και με περίμενες εκεί με το ωραίο σου ροζ ριγέ παντελόνι και το ρόζ πουκάμισο. Που μου είπες πως ήταν μπορντώ και έχει ξεβάψει. Με περίμενες με το μπλοκάκι σου στο χέρι. Και ζωγράφιζες. Και μόλις ήρθα, κάθησα για λίγο μαζί σου. Και πήγαμε στο κάστρο μετά. Και χαζεύαμε την απέραντη θάλασσα. Και με κρατούσες σφιχτά στην αγκαλιά σου. Και μετά κάναμε βόλτα στην παλιά πόλη. Και μας είδε μια γριούλα και τους δύο ντυμένους στα πολύχρωμα και τρόμαξε. Και έκανε απότομα στην άκρη. Και εμεις γελάσαμε. Και  συνεχίσαμε τη βόλτα μας στα σοκάκια. Και εκεί βρήκαμε και τη Σ. Απέναντι απο το Θόλο. Μου την γνώρισες και μου είπες πως την πρωτοσυνάντησες στη Σαμοθράκη στις διακοπές σου. Και πως κατα τύχη την ξαναβρήκες εδώ. Και μας κάλεσε στο πάρτυ στο στέκι, την επόμενη μέρα. Και χάρηκες και μου είπες να πάμε. Η Σ. μας γνώρισε μαζί. Μας κάλεσε μαζί. Και απόψε μίλαγα μαζί της και ήσουν πολύ κοντά. Και στο μυαλό μου ζωντάνεψε πάλι εκείνη η σκηνή. Σχεδόν ένα χρόνο πρίν. Και μου ζήτησε τον αριθμό μου. Και είχαμε ανταλλάξει και τότε αριθμούς. Και απόψε με ρώτησε αν έχω κινητό. Ίσως επειδή εσύ δεν είχες. Και το θυμάται. Γιατι τότε της είχαμε δώσει τον δικό μου για να μας βρεί.
Και πήγαμε στο πάρτυ του στεκιού. Μαζί. Και έψηνες σουβλάκια με τον Γ. Και γω καθόμουν λίγο πιο δίπλα. Και σε κοιτούσα. Και κάθε τόσο γυρνούσες και σύ και με κοιτούσες, και χαμογελούσες μισοκλείνοντας τα μάτια. Και όταν απομακρυνόμουν με έψαχνες με το βλέμμα. Και ερχόσουν κοντά μου και με αγκάλιαζες, και μου έλεγες "Που είναι το κορίτσι  μου εμένα;" Και μου έφερνες κρασί και με κορόιδευες για τον χοντρό. Και πήγαμε βόλτα στο φωτισμένο πανεπιστήμιο. Και με κοιτούσες στα μάτια για ώρα και μου έλεγες πως είμαι πολύ όμορφη και πως δεν το πιστεύεις αυτό που συμβαίνει. Και μου είπες πως ήθελες να μείνουμε μαζί το βράδυ. Και μετά δεν ήσουν καλά. Και κοιμήθηκες, εκέι. Κάτω. Στο στέκι. Και γυρίσαμε απο το Πανεπιστήμιο με τα πόδια σπίτι μου.
Ήσουν άλλος άνθρωπος τότε. Άλλος. Μιλούσες. Γελούσες. Μου το είπε και ο Γ. αργότερα. Πως δεν σε είχε ξαναδεί τόσο ευτυχισμένο.
Και γω ήμουν άλλη. Ευτυχισμένη. Πιο ευτυχισμένη απο ποτέ. Και στο δρόμο σε κοιτούσα και σε λάτρευα. Πίστευα πως είσαι ο πιο όμορφος άνθρωπος στη γη. Σε κοιτούσα ενώ κοιμόσουν. 
Και απο τη στιγμή που γύρισα σκέφτομαι συνέχεια το περσινό φθινόπωρο.
Εσένα στη ζωή μου.
Πάλι...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου