Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Και μετά τι;

Οι πρώτοι μήνες της καινούριας μου ζωής. Και γω στην παραλιακή. Να κλαίω. Να κλαίω με λυγμούς για ένα ψυχεδεκικό χαμόγελο. Για δύο άρρωστα κόκκινα μάτια που αγνoούνται εδώ και μέρες. Και γω να κλαίω. Και να είμαι σίγουρη πως δεν κρύβεται κανένας άλλος θυσαυρός εδώ κοντά.

Ήταν όλα αλλιώς τότε. Όλα. Ακόμα και η εκκλησία απέναντι απο το ΤΕΙ ήταν ξένη. Κουβάλαγε τη βρώμα της Αθήνας. Χάζευα για λίγο τα παιδάκια που μόλις σχόλασαν απο το σχολείο κάτω απ το ΤΕΙ. Με φόντο δυο κόκκινα μάτια. Και ένα αρκουδάκι στην αγκαλιά. Και ένα τρομακτικό, μα αλήθεια ήταν το πιο τρομακτικό ψυχεδελικό χαμόγελο που έχω δεί ποτέ. Κατατρομαγμένη ήμουν, αλλά, σαν να το ζω πάλι τωρα, τρομαγμένη και χαρούμενη. Εκεί μπροστά μου να ζωντανεύουν όλα τα ταξίδια.. στη Γαύδο. Ο πόνος. Να βγαίνει εκεί και να ζωντανεύει μπροστά μου. Και να ξερνάει βρώμα και νικοτίνη. Ένα παιδάκι έβλεπα μπροστά μου. Ένα παιδάκι που του κάνανε δώρο ένα κουκλάκι και τώρα χαίρεται. Και χαμογελούσες με κλειστά μάτια έχοντας αγκαλιά το κουκλάκι. Και γω ήμουν σίγουρη πως ή τρελός ήσουν ή μαστουρωμένος.

Και η παραλία άδεια. Και γω στο πεζοδρόμιο. Στη στάση του λεωφορείου να περιμένω κλαίγοντας. Μόνη. Στην ίδια στάση που πρίν λίγες μέρες η αρρώστια με το ψυχεδελικό χαμόγελο με έβαλε στο λεωφορείο, μου έδωσε ένα γλυκό φιλί και μου είπε πως θα με περιμένει. Ένώ προηγουμένως είχα φάει μια σιχαμερή ομελέτα με φλούδα πατάτας και σιχαμερά τοματίνια. Με φόντο δυο φίδια. Και τη φωνή του Αγγελάκα. Και συ να σιγοτραγουδάς "Πονάει πάντα η πρώτη φορά.." Η αρρώστια να μου σιγοτραγουδάει και να με προσέχει. Και να κοιμάται μαζί με το αρκουδάκι μου.

Και το λεωφορείο πουθενά. Κάθησα σε ένα πεζούλι δίπλα απο το πεζοδρόμιο κοιτώντας την ατελείωτη θάλασσα. Που η ζωή με έστειλε εκεί για να με βασανίσει. Πήρα τη Γ. τηλέφωνο. Της είπα πως πάλι δεν τον βρήκα. Πως πάλι δεν ήταν σπίτι. Και πως του άφησα στα μανταλάκια το στικάκι silkcut και ένα σημείωμα. Και ορκιζόμουν πως δεν υπάρχει κανένας άλλος θυσαυρός εδώ κοντά. Πως δε θα ασχοληθώ με κανέναν άλλον άντρα στην πόλη.. Και γύρισα ξαφνικά το κεφάλι. Και αλήθεια λέω,μακάρι να μην είχα γυρίσει να δω ποιος περνάει. Μακάρι να μην είχα προλάβει να δω ποιος περνάει. Όμως πρόλαβα. Και σταμάτησα για λίγο να μιλάω. Να επεξεργαστώ το καινούριο πρόσωπο. Τόσο ωμά. Ένας ωραίος γκόμενος που σίγουρα δεν ήταν πρωτοετής. Και αμέσως μετά είπα στη Γ. για την ύπαρξή του. "Και μετά και μετά και μετά;" θα ρωτούσε η Χ. μου. Μετα τι; Μετά μια κιθάρα και δυο-τρεις στίχοι απο pink floyd. Που πριν λίγες μέρες ακούγαμε και τραγουδούσαμε σε ένα ήσυχο μαγαζάκι στη παραλία. Και σιγομουρμούριζα στη Χ. με πάθος και νόημα   
"We're just two lost souls
Swimming in a fish bowl,
Year after year,
Running over the same old ground.
What have we found?
The same old fears.
Wish you were here."

Και ένα πεντάευρο πεταμένο κάτω. Και κρυφά βλέμματα που σιγά σιγά πεθαίνουν. Γιατι ζούμε για μια γαμημένη αξιοπρέπεια. Και ίσως έτσι έπρεπε να γίνει.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου