Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Και δε γυρνάς πια

  Eδώ και ώρα κοιτάω το απο χτές αφημένο λάπτοπ πάνω στον καναπέ. Και γω να μην έχω κουράγιο να πάω μέχρι εκέι και να το ανοίξω. Για ποιο λόγο; Για να γράψω τις σκόρπιες σκέψεις που κολυμπάνε εδω μέσα; Για λίγη ώρα ζητιάνευα μια φράση μέσα στο νου μου. Μια φράση για να αρχίσει η ροή. Η ροή του χάους που επιδιώκω να βγάλω απο δω μέσα. Απο το κεφάλι μου που πάει να σπάσει. Σηκώθηκα τελικά και το πήρα το λάπτοπ. Το άνοιξα.
 Ακόμα και αν γράφω, οι σειρές που γεμίζω μου φαίνονται λίγες. Μα εγώ δεν είμαι δυνατή μαμα; Εγω δεν γελάω και δεν ονειρεύομαι; Να κάνω και τους άλλους να γελούν. Τα παιδάκια μου. Που αλλάζουν μάτια. Με άλλα γεννιούνται και με άλλα καταλήγουν. Με άλλα, γεμάτα αγάπη. Έτσι βλέπω τα παιδάκια μου καθημερινά μαμά. Με τα νέα μάτια που δεν φοβούνται να μιλήσουν για τα παλιά. Με τα νέα μάτια που αγαπούν. Θελω μια μεγάλη αγκαλιά. Οι τρείς μας. Και να φωνάξουμε δυνατά. Και όλα να φύγουν απο το κεφάλι μου. Και το ονειρό μου, πάλι, εδώ, να μου χαμογελά και να με κοιτά με τα γλυκά ταλαιπωρημένα μάτια που χτίζουν την αγάπη. Χτίζουν την αγάπη. Χτίζουν όσα για χρόνια γκρέμιζαν. Και ουρλιάζουν. Για όλα τα χαμένα βράδια τους. Ματώνοντας το λαιμό τους...
Δεν έχω φωνή μέσα μου. Δεν έχω δάκρυα. Αν μπορούσα κάπως να εκφραστώ, πολύ θα ήθελα να σπάσω ό,τι βρώ. Να το πετάξω στον τοίχο. Αλλα δε μπορώ. Κάτι με κρατάει. Κάτι που ίσως μου έβγαινε να ονομάσω αρρώστια. Αλλά ξέχασα, κοροϊδεύεις την αρρώστια. Αρνείσαι την υπαρξή της. Σου φαίνεται γελοία ε; Ποτέ δε με κατάλαβες. Ποτέ δεν προσπάθησες να καταλάβεις οτιδήποτε. Βολεύτηκες σε ένα κέλυφος πολύ σκληρό για να σπάσει με τις όμορφες λέξεις μου. Που τάχα καταλάβαινες. Προφανώς και δεν καταλάβαινες. Ο χρόνος περνά όμως. Και δε γυρνά. Και σύ. Περνάς μαζί του.
Και δε γυρνάς πια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου